Ε2. Εναλλακτικές επιλογές για την μείωση εκπομπών CO2 #2


Δέσμευση και Αποθήκευση Άνθρακα (CCS) 

Η μέθοδος CCS, είναι η διαδικασία δέσμευσης των εκπομπών CO2 στην πηγή από όπου αυτές θα διέφευγαν στην ατμόσφαιρα και η διοχέτευσή τους επιτόπου, μέσω αγωγών ή με μεταφορικά μέσα, σε αποθηκευτικούς χώρους, δηλαδή φυσικούς υπόγειους γεωλογικούς σχηματισμούς, όπως απεικονίζεται πιο κάτω. Η εφαρμογή της διαδικασίας, απαιτεί εξοπλισμό και προσαρμογή των μονάδων παραγωγής που εκπέμπουν CO2, δίκτυο μεταφοράς και πρόβλεψη για κατάλληλους αποθηκευτικούς χώρους. Η διοχέτευση CO2 στο υπέδαφος χρησιμοποιείται από την δεκαετία του 1970 ως μέθοδος «ενισχυμένης ανάκτησης πετρελαίου», δηλαδή για την αύξηση της ποσότητας του αντλούμενου καυσίμου[1].

 Της μεθόδου CCS υπεραμύνονται φορείς -όπως ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άνθρακα και Λιγνίτη (Eurocoal)[2]– και ιδιωτικές ή κρατικές πετρελαϊκές και άλλες εταιρίες, ως πιο συμφέρουσα από άποψη κόστους τεχνολογία που επιτρέπει την  συμμόρφωση προς τις εκάστοτε νομοθεσίες μείωσης των εκπομπών CO2 στα πλαίσια λειτουργίας business as usual, δηλαδή χωρίς την υποχρέωση μείωσης της χρήσης ορυκτών καυσίμων.

 Πολυεθνικές εταιρείες όπως οι αμερικανικές  Exxon Mobil[3] και Chevron[4], η ολλανδική Royal Dutch Shell Plc, η νορβηγική Statoil ASA (STL), η γαλλική Alstom SA (ALO), η σουηδική Vattenfall -που αναφέραμε πιο πάνω- και πολλές άλλες, κάνουν χρήση της μεθόδου και παράλληλα πραγματοποιούν νέες επενδύσεις σε μονάδες παραγωγής ενέργειας σε ΗΠΑ, Καναδά και Ευρώπη, στις οποίες ενσωματώνουν την συγκεκριμένη τεχνολογία.

image002                      

 ΠΗΓΗ: Intergovernmental Panel on Climate Change

 

 Το Παγκόσμιο Ινστιτούτο Δέσμευσης και Αποθήκευσης Άνθρακα, παρουσιάζει 75 ενεργές μονάδες CCS διεθνώς το 2012, από τις οποίες 24 βρίσκονται στις ΗΠΑ, 21 στην Ευρώπη, 11 στην Κίνα, 8 στον Καναδά και οι υπόλοιπες σε όλες τις περιοχές και τις ηπείρους, εκτός της Νοτίου Αμερικής όπου ωστόσο μελετάται η δυνατότητα εγκατάστασής τους[5].

 Οι εταιρίες διατείνονται οτι η μέθοδος είναι ασφαλής, ενώ παράλληλα διαβεβαιώνουν τους μετόχους τους οτι είναι κερδοφόρα, ωστόσο οι υπόγειες αποθήκες ενέχουν τον κίνδυνο των διαρροών είτε προς την επιφάνεια, είτε προς υδροφόρους ορίζοντες εξαιτίας, τόσο ανθρώπινου λάθους όσο και σεισμών ή άλλων γεωλογικών φαινομένων, με τον ίδιο τρόπο που έχουν αποβεί θανατηφόρα τα εργοστάσια πυρηνικής ενέργειας. Επίσης, η μεταφορά μέσω δικτύου σωληνώσεων, όταν δεν είναι δυνατή η αποθήκευση στην περιοχή όπου λειτουργεί μια μονάδα που εκπέμπει CO2, ενέχει επιπλέον κίνδυνο διαρροών.

Η Οδηγία 2009/31/ΕΕ/23.4.2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, «θεσπίζει το νομικό πλαίσιο για την περιβαλλοντικά ασφαλή γεωλογική αποθήκευση του CO2, ως συμβολή στην μάχη εναντίον της κλιματικής αλλαγής» και προβλέπει οτι «ο σκοπός της περιβαλλοντικά ασφαλούς γεωλογικής αποθήκευσης CO2 είναι ο διαρκής περιορισμός του CO2 με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτρέψει και, όπου είναι δυνατόν, να εξαλείψει κατά το δυνατόν αρνητικά φαινόμενα και οποιοδήποτε κίνδυνο για το περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία.»

 Επίσης σύμφωνα με την ίδια Οδηγία, οι χώρες-μέλη, αν και εφόσον επιτρέψουν την εφαρμογή της μεθόδου σε εδάφη τους, αφού εξετάσουν τις πιθανότητες να είναι ενεργειακά εκμεταλλεύσιμα σύμφωνα με τις πολιτικές της ΕΕ για την ενεργειακή επάρκεια, θα πρέπει να παρέχουν  στους πολίτες τους περιβαλλοντικές πληροφορίες για την γεωλογική αποθήκευση και να λαμβάνουν υπ’ όψιν τους τις γεωλογικές ιδιαιτερότητες όπως η σεισμικότητα, δηλαδή «εάν υπό τις προτεινόμενες συνθήκες χρήσης δεν υπάρχει σημαντικός κίνδυνος διαρροής και εάν δεν υφίστανται σημαντικοί κίνδυνοι για το περιβάλλον και την υγεία.» [6]

Οι συγκεκριμένες εγκαταστάσεις, μετά το οριστικό κλείσιμό τους, βρίσκονται επί 20 χρόνια υπό την ευθύνη της εταιρίας λειτουργίας τους όσον αφορά τους ελέγχους και την ασφάλειά τους και στην συνέχεια, υπό προϋποθέσεις ασφαλείας, περνούν στην ευθύνη, την δικαιοδοσία και στην υποχρέωση ελέγχου των Αρμόδιων Αρχών[7], δηλαδή κρατικών φορέων, καθεστώς το οποίο θεωρείται ελαστικό και δελεαστικό από εταιρίες εκτός ΕΕ[8], αφού περιορίζει σε σχετικά βραχυπρόθεσμο ορίζοντα την ευθύνη των εταιριών.

Η αποθήκευση στο υπέδαφος των ωκεανών έχει κριθεί περιβαλλοντικά επισφαλής σύμφωνα με μελέτες και έχει απαγορευτεί από τις διεθνείς συνθήκες για την διαχείριση του θαλάσσιου περιβάλλοντος (Λονδίνου και OSPAR)[9]. Η απαγόρευση ενισχύει τις αμφιβολίες σχετικά με την ασφάλεια της μεθόδου, η οποία παρουσιάζει έντονες ομοιότητες με την απόρριψη πυρηνικών αποβλήτων στους ωκεανούς μέχρι το 1993 οπότε απαγορεύτηκε, χωρίς αυτό να σημαίνει οτι δεν παραβιαζόταν, προκαλώντας σοβαρά προβλήματα υγείας στους κατοίκους της Σομαλίας και καταστροφές στα παράλιά της[10].

 Με την μέθοδο αυτή, κυριολεκτικά θάβεται το πρόβλημα των εκπομπών CO2 οι οποίες παραμένουν στα ίδια επίπεδα -αν δεν αυξάνονται- και απομένει στο μέλλον να φέρει στην επιφάνεια τα περιβαλλοντικά προβλήματα που θα έχουν δημιουργηθεί εξαιτίας της εφαρμογής της.

Επίσης διαλευκαίνεται το «μυστήριο» των χαμηλών εκπομπών κάποιων βιομηχανικών χωρών της Ευρώπης, ενώ παράλληλα ελλοχεύει ο κίνδυνος να μετατραπούν τα εδάφη όσων χωρών το επιτρέψουν -για οικονομικούς ή πολιτικούς λόγους-, σε αποθήκες αποβλήτων CO2, με άγνωστες και μη προβλέψιμες συνέπειες.

Εξοικονόμηση ενέργειας

Εναλλακτικά των πολιτικών που ήδη αναφέραμε και στην πορεία της προς τον εκσυγχρονισμό -σύμφωνα με τις στρατηγικές που έχει εκπονήσει-, η ΕΕ εξετάζει μέσω των Προγραμμάτων Δράσης για την Εθνική Ενεργειακή Αποδοτικότητα (NEEAP), τις δυνατότητες να μειωθεί η κατανάλωση ενέργειας στα κράτη μέλη με κατάλληλη οργάνωση του δημόσιου τομέα. Τα προγράμματα αυτά θέτουν ως στόχο την μείωση της κατανάλωσης κατά 9% μέχρι το 2016, ενώ «αρμόδιοι φορείς των χωρών μελών υποχρεούνται να προωθήσουν τον στόχο με οικονομικά αποδοτικούς τρόπους» [11].

Στην αξιολόγηση της προόδου για το 2012 στην οποία εξετάστηκε το κυβερνητικό πλαίσιο και οι πολιτικές σε διάφορους τομείς (δημόσιο, μεταφορές, κτήρια, συσκευές, βιομηχανία και τριτογενής τομέας), οι έλληνες ειδικοί που συμμετείχαν, κρίνουν οτι η Ελλάδα, στην βάση ενός «βέλτιστου» πακέτου πολιτικών, παρουσιάζει μέτρια πρόοδο στις «ενεργειακά αποδοτικές πολιτικές»[12] και
σύμφωνα με τον πίνακα, βρίσκεται στην 16η θέση μεταξύ των 27 χωρών μελών της ΕΕ.

Θετικό παράδειγμα στις αποτελεσματικές πολιτικές αποτελεί η Δανία, η οποία βρίσκεται στην 2η θέση και σύμφωνα με την αξιολόγηση έχει λάβει βασικά μέτρα στα πλαίσια των οποίων οι εταιρίες ενέργειας πρέπει να συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων για την ενεργειακή αποτελεσματικότητα μέσω υποχρέωσης για εξοικονόμηση ενέργειας. Επιπλέον, το Ταμείο Εξοικονόμησης Ενέργειας της χώρας, παρέχει κρατική χρηματοδότηση για ενεργειακή αποδοτικότητα, σε νοικοκυριά, στον δημόσιο τομέα και σε επιχειρήσεις, ενώ υπάρχουν μέτρα αυξημένης φορολόγησης για πηγές ενέργειας που βασίζονται στα ορυκτά καύσιμα. 

Η 1η Φινλανδία χρησιμοποίησε αποτελεσματικές πολιτικές στα δημόσια κτήρια και μεταξύ άλλων μέτρων που εφάρμοσε είναι η συμφωνία με την τοπική αυτοδιοίκηση η οποία είναι αρμόδια για τον έλεγχο, τις λογιστικές αξιολογήσεις και την οικονομική υποστήριξη επενδύσεων στην οικονομία ενέργειας. Το πακέτο των πολιτικών της Φινλανδίας περιλαμβάνει αυστηρά πρότυπα χαμηλής κατανάλωσης ενέργειας σε παλαιότερα και νεόκτιστα κρατικής ιδιοκτησίας κτήρια[13].

 image002

 ΠΗΓΗ: Energy Efficiency Watch

 Οι υπεύθυνοι του προγράμματος NEEAP όσο και οι έρευνες των ειδικών που συμμετείχαν, υποδεικνύουν οτι η Ελλάδα δεν έχει ούτε φιλόδοξη, ούτε καινοτόμα πολιτική για την ενεργειακή αποτελεσματικότητα[14] και καταγράφουν την έλλειψη μακροχρόνιων στρατηγικών και πρωτοβουλιών της Ελλάδας, η οποία σε όλους τους τομείς ακολουθεί την τακτική «συμμόρφωσης», είτε ιδρύοντας υπηρεσίες και φορείς, είτε υιοθετώντας και -στο μέτρο του δυνατού- εφαρμόζοντας  τις οδηγίες της ΕΕ, όπως επιβεβαιώνει η απάντηση του αρμόδιου του ΥΠΕΚΑ:

«Δεν έχουν μπει ακόμα στόχοι. Υπάρχουν οι δεσμεύσεις της ΕΕ. Αυτές έχουμε. Η Ελλάδα είναι υπέρ μιας συνεκτικής και φιλόδοξης συμφωνίας για την 2η περίοδο [του Πρωτοκόλλου του Κυότο]. Έχει αποφασιστεί οτι θα γίνει αλλά δεν έχουν μπει στόχοι και διαδικασίες.»

 Οι προοπτικές να γίνει η Ελλάδα πρωτοπόρος στον εκσυγχρονισμό και στην εφαρμογή μέτρων για την εξοικονόμηση ενέργειας ειδικότερα και προς ένα καινοτόμο και λαμπρό μέλλον στον τομέα της πρόληψης και προστασίας από την κλιματική αλλαγή γενικότερα, διαγράφονται αβέβαιες. Η παγκόσμια τάση αλλά κυρίως οι πολιτικές της ΕΕ, θα ορίσουν τα πλαίσια μέσα στα οποία θα υποχρεωθεί να δράσει. Στα παγκόσμια, όπως και στα εσωτερικά -καταστροφικά- φαινόμενα που έχει να διαχειριστεί,  θα μπορούσαν να δραστηριοποιηθούν και να δώσουν τον «τόνο» οι κάτοικοί της, ως άμεσα ενδιαφερόμενοι και θιγόμενοι και το ίδιο βέβαια έχουν την δυνατότητα να πράξουν οι κάτοικοι όλου του πλανήτη.

Η ενημέρωση, η αφύπνιση και η παιδεία, αποτελούν το διαχρονικό και συμπαγές υπόβαθρο για την πρόοδο σε οποιονδήποτε τομέα και είναι η καλλιέργειά τους ή, αντίθετα, ο αποκλεισμός τους που δημιουργούν τις στατιστικές και ποιοτικές διαφοροποιήσεις. Ωστόσο, όταν πρόκειται για προβλήματα πανανθρώπινα, όπως η κλιματική αλλαγή, η έννοια της παγκοσμιοποίησης μπορεί να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και να εξυπηρετήσει το ουσιαστικό κέρδος το οποίο είναι οι άνθρωποι και η ποιότητα ζωής τους, αν όχι η επιβίωσή τους, όχι πλέον με τα πρότυπα και τους όρους που θέτει ένα ποσοστό του πληθυσμού της Γης και τα οποία δημιουργούν ανάγκες, κόστος και απώλειες για όλους.


[11]  Energy Efficiency Watch http://www.energy-efficiency-watch.org/  (20.5.2013)    

Comment here....

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s