Κλιματική Αλλαγή-Συμπεράσματα


soilΟυδείς υποστηρίζει οτι η ενέργεια μπορεί ή πρέπει να παράγεται από μια μόνο πηγή και ομοίως η μείωση των ορυκτών καυσίμων δεν είναι δυνατόν να υποκατασταθεί από μια μόνο ανανεώσιμη πηγή και από την χρήση μιας μεθόδου περιορισμού των εκπομπών CO2.

Ωστόσο, το σύνολο σχεδόν των φορέων συμφωνούν οτι η κλιματική αλλαγή αποτελεί μια πραγματικότητα και εκόντες άκοντες αναζητούν, ερευνούν, εκπονούν, υιοθετούν, προαναγγέλλουν, νομοθετούν ή προβάλλουν λύσεις για την αντιμετώπιση και την σταθεροποίησή της.

 Τα προβλήματα στις οικονομίες των χωρών παγκοσμίως, μοιάζουν να έχουν λειτουργήσει αποτελεσματικότερα από τον φόβο για την απειλή της ζωής στον πλανήτη, στην λήψη αποφάσεων που αφορούν στην μείωση της κατανάλωσης ενέργειας και στην χρήση εναλλακτικών πηγών.

Η μετάβαση ωστόσο σε ενεργειακό μοντέλο χαμηλού άνθρακα, αφορά και πρέπει να απασχολεί τους πάντες, κυρίως εκείνους οι οποίοι είναι περισσότερο εκτεθειμένοι σε άμεσους κινδύνους από την κλιματική αλλαγή, δηλαδή τους απλούς ανθρώπους σε όλον τον κόσμο, τους πολίτες σε όλη την Γη, των οποίων το βασικό συμφέρον είναι η ποιότητα ζωής τους, όχι πλέον μέσω της υπερκατανάλωσης -ή της προσπάθειας να εξασφαλίσουν τους πόρους για να την επιτύχουν-, αλλά μέσω της βιωσιμότητας του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο φιλοδοξούν να ζήσουν οι ίδιοι και οι μελλοντικές γενιές.

Τα κέντρα αποφάσεων βρίσκονται πολύ μακριά ή ίσως πολύ κοντά στην καθημερινότητά τους, αφού η κατάχρηση των γήινων πόρων γίνεται με απώτερο στόχο τους ίδιους ως καταναλωτές αγαθών και υπηρεσιών και ως εκ τούτου ενέργειας. Κανένας δεν μπορεί να πουλήσει σε ανύπαρκτη αγορά και είναι -έστω και εν αγνοία τους- οι πολίτες, εκείνοι που μπορούν να θέσουν όρια στον καταναλωτισμό ως αιτίας της υπερεκμετάλλευσης και της κατάχρησης των πόρων που έχουν ως αποτέλεσμα τον κίνδυνο για την επιβίωση του πλανήτη και των κατοίκων του.

Η κατάργηση όλων των μορφών άνθρακα ως κυρίαρχου καυσίμου είναι εφικτή, ωστόσο τα κρατικά και ιδιωτικά συμφέροντα πίσω από την κατοχή, εξόρυξη, επεξεργασία, διακίνηση και πώλησή του υπερισχύουν των πιέσεων κυβερνητικών, μη κυβερνητικών και διακυβερνητικών φορέων οι οποίοι υποχρεώνονται σε συντηρητικές ή και μετριοπαθείς νομοθεσίες, μελέτες και εφαρμογές για την σταδιακή αποδέσμευση. Επιπλέον, η τεχνολογία όπως αναπτύχθηκε μετά την έναρξη της εκμετάλλευσης του άνθρακα, επίσης ήταν εξαρτημένη από τα ορυκτά καύσιμα και οι προσαρμοσμένες στις ΑΠΕ τεχνολογίες, όταν χρησιμοποιούνταν, δημιουργούσαν επιπλέον κόστος στο τελικό προϊόν. Η διεύρυνση της χρήσης τους όμως, έχει αποδειχθεί οτι θα αποσβέσει τις επενδύσεις και θα μειώσει το κόστος, ενώ το αντίστροφο είναι δυνατόν να συμβεί στην αγορά άνθρακα η οποία θα συρρικνωθεί σταδιακά, κάτι που λέγεται ευκολότερα από όσο πραγματοποιείται.

 Είναι χαρακτηριστική, αν δεν είναι αποφασιστική, η στάση του αμερικανού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα στα περιβαλλοντικά ζητήματα και ιδιαίτερα στις αποφάσεις τις οποίες πιέζεται να πάρει ή να ματαιώσει, αφενός υπό την απειλή περισσότερων κλιματικών καταστροφών, αφετέρου υπό την επιρροή του ενεργειακού κατεστημένου της χώρας του.

Οι τυφώνες που έχουν πλήξει πολλές περιοχές των ΗΠΑ, με τον πιο πρόσφατο -συνηθισμένο για την περιοχή αλλά άνευ προηγουμένου σε ένταση και έκταση- Μουρ στην Οκλαχόμα και οι οποίοι αποδίδονται ευθέως στην κλιματική αλλαγή από τους επιστήμονες, αφορούν τις ζωές της πλειοψηφίας του κόσμου, δηλαδή τους ψηφοφόρους, όχι όμως τις αυτουργούς πετρελαϊκές εταιρίες, δηλαδή τους χρηματοδότες. Η υπερδύναμη βρίσκεται μπροστά στο δίλημμα: Κοινωνικές αποφάσεις ή τροφοδότηση του εθνικού προτύπου, δηλαδή υποστήριξη του κέρδους;

 Αν οι ΗΠΑ ή ο Ομπάμα ειδικά, ξεπεράσουν τον εαυτό τους, θα το δείξει η επικαιρότητα και η ιστορία, στο μεταξύ όμως, αναδυόμενες οικονομικές υπερδυνάμεις όπως η Κίνα, οι οποίες δεν προβάλλουν ούτε προφασίζονται κοινωνικό πρόσωπο και δεν ενδιαφέρονται να αποτελέσουν παγκόσμιο πρότυπο δημοκρατίας, διατηρούν ελευθερία κινήσεων στην υπερεκμετάλλευση, στην υπερ-επιβάρυνση της ατμόσφαιρας και στην υπερ-τροφοδότηση των δυτικών αγορών με τα αγαθά τα οποία οι ίδιες έχουν προπαγανδίσει ως απαραίτητα. Ο καταναλωτισμός γέννησε ένα τέρας, το οποίο υπό το καθεστώς κοινωνικών πιέσεων που αφορούν στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, καλείται να διαχειριστεί με πολιτικά μέσα.

Η ΕΕ, στην παρούσα φάση της, η οποία δεν είναι τυχαία ούτε συγκυριακή ωστόσο, μικρή πίεση μπορεί να ασκήσει σε περιβαλλοντικά θέματα, δεδομένου οτι η ίδια βρίσκεται μεταξύ σφύρας και άκμονος με τα οικονομικά προβλήματα να απειλούν τις στρατηγικές της σε όλους σχεδόν τους τομείς. Είναι εύλογο να παίρνει προτεραιότητα η ανεργία στις ευρωπαϊκές χώρες, όχι μόνο ως κοινωνικό αλλά πλέον και ως πολιτικό πρόβλημα. Διαχρονικά και φυσιολογικά η επιβίωση προηγείται της ευζωίας, όμως η κλιματική αλλαγή καθιστά δυσδιάκριτα τα μεταξύ τους όρια. Η ανάκαμψη θα επανέλθει μοιραία και η ΕΕ θα κληθεί τότε να γίνει σαφής στον προσανατολισμό και στις προτεραιότητές της.

Τα κινήματα για την κλιματική αλλαγή από την πλευρά τους, είχαν να παλέψουν επί δεκαετίες σε πολλαπλά μέτωπα εναντίον της βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων, χωρίς χαρισματικούς ηγέτες ούτε κεντρική οργάνωση.

 Η διοχέτευση προς την Κίνα των ορυκτών καυσίμων που εξορύσσονται στις ΗΠΑ και στον Καναδά και εντός των οποίων προκαλούν περιβαλλοντικές καταστροφές με διαρροές και ατυχήματα, κατέστησε εξόφθαλμη την υποκρισία των εταιριών -οι οποίες προέβαλαν στο παρελθόν την φθηνή ενέργεια ως άλλοθι για τις δραστηριότητές τους-, με αποτέλεσμα να αυξάνεται διαρκώς το πλήθος εκείνων που συντάσσονται με τα περιβαλλοντικά κινήματα και να ισχυροποιούνται οι πιέσεις προς τους πολιτικούς και τις κυβερνήσεις.

sunshineΣε επίπεδο καθημερινότητας, είναι αναπόφευκτοι οι αργοί ρυθμοί της μετάβασης σε έναν πιο «πράσινο» τρόπο ζωής, μέσα σε πόλεις και σε περιφέρειες που έχουν δομηθεί ή προσαρμοστεί για να καλύψουν τις ανάγκες παλαιότερων εποχών οι οποίες δημιούργησαν περιβαλλοντικά προβλήματα μεν, ωστόσο δεν σκιαζόταν από την υπερθέρμανση του πλανήτη αλλά κυριαρχούνταν από τον αγώνα για εξέλιξη, πρόοδο και -βέβαια- πλουτισμό και η μετάβαση καθυστερεί περαιτέρω σε χώρες με χαμηλούς ή ανύπαρκτους ρυθμούς ανάπτυξης ή και απαρχαιωμένης παιδείας.

Τα κτήρια, τα μεταφορικά μέσα, το νερό, το πράσινο και οι καλλιέργειες, τα απορρίμματα, η θέρμανση, οι καθημερινές οικιακές και επαγγελματικές δραστηριότητες, έχουν την σφραγίδα παρωχημένων νοοτροπιών και πρακτικών και βέβαια κοινωνικής παιδείας, η κλιματική αλλαγή ωστόσο πιέζει να αναθεωρηθούν.

Οι πρωτοβουλίες περιβαλλοντικών οργανώσεων, τοπικών και κυβερνητικών φορέων, εταιριών, μέσων μαζικής ενημέρωσης και βέβαια του εκπαιδευτικού προσωπικού (και σε λαμπρές περιπτώσεις χωρών, του εκπαιδευτικού συστήματος) διεθνώς, μόνο άσκοπες ή ευκαταφρόνητες δεν πρέπει να θεωρούνται. Εξυπηρετούν την εξάπλωση περιβαλλοντικής και οικολογικής συνείδησης, η οποία δεν μπορεί πλέον να επικοινωνείται κατ’ αποκλειστικότητα από -μικρά συνήθως- οικολογικά ή «πράσινα» πολιτικά κόμματα.

Η διάδοση των πληροφοριών που αφορούν το άμεσο, πλέον, μέλλον της ζωής στην Γη, εφοδιάζει τους ανθρώπους με στοιχεία κατάλληλα για την διαχείριση των πόρων στην καθημερινότητά τους, για την ουσιαστική βελτίωση της ποιότητας ζωής τους, για την υιοθέτηση σύγχρονης φιλοσοφίας στα θέματα περιβάλλοντος.

 Οι απόψεις διίστανται σχετικά με το κατά πόσον είναι αναστρέψιμη η κλιματική αλλαγή, ωστόσο, όποια θεωρία κι αν αποδεχθούμε, η αδράνεια, η αδιαφορία, η μη ανάληψη πρωτοβουλιών και πολύ περισσότερο η εμμονή σε έναν τρόπο ζωής ο οποίος έχει αποδειχθεί καταστροφικός, είτε θα επιταχύνουν το θεωρούμενο ως αναπόφευκτο ή θα μηδενίσουν τις πιθανότητες να επιτευχθεί η πιθανή αναστροφή του προβλήματος.  

Απλές, καθημερινές αλλαγές στις προτεραιότητες, όπως η προώθηση της χρήσης των ποδηλάτων μέσα στις πόλεις και η αντίστοιχη μείωση των μετακινήσεων με αυτοκίνητα, ο εκσυγχρονισμός των μέσων μαζικής μεταφοράς ώστε να εξυπηρετούν περισσότερους επιβάτες, η μετατροπή των παλαιών κτηρίων και οι περιβαλλοντικές προδιαγραφές των νεόδμητων, η γενικότερη και μεθοδευμένη μείωση στην κατανάλωση ενέργειας και η αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων με ΑΠΕ, ακόμα κι αν μοιάζουν σταγόνα στον ωκεανό των κλιματικών προβλημάτων τα οποία απαιτούν δραστικές και παγκόσμιες πρωτοβουλίες, δίνουν το μέτρο των απαιτήσεων των κοινωνιών.

 Στρατιές ανθρώπων οι οποίοι ασχολούνται θεωρητικά, νομικά και νομοθετικά, επαγγελματικά και επιχειρηματικά, επιστημονικά ή πρακτικά με την κλιματική κρίση, συμφωνούν οτι η γνώση, η βούληση και η δράση, από όπου κι αν προέρχονται, θα παράσχουν τις λύσεις· και τα εκατομμύρια ανθρώπων που έχουν πληγεί από τα φαινόμενα σε όλη την Γη, καταδεικνύουν μεν οτι δεν είναι πλέον νωρίς για να ενεργοποιηθούμε αλλά, όσο υπάρχουν άνθρωποι, δεν είναι αργά.

 

Advertisements

Ε2. Εναλλακτικές επιλογές για την μείωση εκπομπών CO2 #2


Δέσμευση και Αποθήκευση Άνθρακα (CCS) 

Η μέθοδος CCS, είναι η διαδικασία δέσμευσης των εκπομπών CO2 στην πηγή από όπου αυτές θα διέφευγαν στην ατμόσφαιρα και η διοχέτευσή τους επιτόπου, μέσω αγωγών ή με μεταφορικά μέσα, σε αποθηκευτικούς χώρους, δηλαδή φυσικούς υπόγειους γεωλογικούς σχηματισμούς, όπως απεικονίζεται πιο κάτω. Η εφαρμογή της διαδικασίας, απαιτεί εξοπλισμό και προσαρμογή των μονάδων παραγωγής που εκπέμπουν CO2, δίκτυο μεταφοράς και πρόβλεψη για κατάλληλους αποθηκευτικούς χώρους. Η διοχέτευση CO2 στο υπέδαφος χρησιμοποιείται από την δεκαετία του 1970 ως μέθοδος «ενισχυμένης ανάκτησης πετρελαίου», δηλαδή για την αύξηση της ποσότητας του αντλούμενου καυσίμου[1].

 Της μεθόδου CCS υπεραμύνονται φορείς -όπως ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άνθρακα και Λιγνίτη (Eurocoal)[2]– και ιδιωτικές ή κρατικές πετρελαϊκές και άλλες εταιρίες, ως πιο συμφέρουσα από άποψη κόστους τεχνολογία που επιτρέπει την  συμμόρφωση προς τις εκάστοτε νομοθεσίες μείωσης των εκπομπών CO2 στα πλαίσια λειτουργίας business as usual, δηλαδή χωρίς την υποχρέωση μείωσης της χρήσης ορυκτών καυσίμων.

 Πολυεθνικές εταιρείες όπως οι αμερικανικές  Exxon Mobil[3] και Chevron[4], η ολλανδική Royal Dutch Shell Plc, η νορβηγική Statoil ASA (STL), η γαλλική Alstom SA (ALO), η σουηδική Vattenfall -που αναφέραμε πιο πάνω- και πολλές άλλες, κάνουν χρήση της μεθόδου και παράλληλα πραγματοποιούν νέες επενδύσεις σε μονάδες παραγωγής ενέργειας σε ΗΠΑ, Καναδά και Ευρώπη, στις οποίες ενσωματώνουν την συγκεκριμένη τεχνολογία.

image002                      

 ΠΗΓΗ: Intergovernmental Panel on Climate Change

 

 Το Παγκόσμιο Ινστιτούτο Δέσμευσης και Αποθήκευσης Άνθρακα, παρουσιάζει 75 ενεργές μονάδες CCS διεθνώς το 2012, από τις οποίες 24 βρίσκονται στις ΗΠΑ, 21 στην Ευρώπη, 11 στην Κίνα, 8 στον Καναδά και οι υπόλοιπες σε όλες τις περιοχές και τις ηπείρους, εκτός της Νοτίου Αμερικής όπου ωστόσο μελετάται η δυνατότητα εγκατάστασής τους[5].

 Οι εταιρίες διατείνονται οτι η μέθοδος είναι ασφαλής, ενώ παράλληλα διαβεβαιώνουν τους μετόχους τους οτι είναι κερδοφόρα, ωστόσο οι υπόγειες αποθήκες ενέχουν τον κίνδυνο των διαρροών είτε προς την επιφάνεια, είτε προς υδροφόρους ορίζοντες εξαιτίας, τόσο ανθρώπινου λάθους όσο και σεισμών ή άλλων γεωλογικών φαινομένων, με τον ίδιο τρόπο που έχουν αποβεί θανατηφόρα τα εργοστάσια πυρηνικής ενέργειας. Επίσης, η μεταφορά μέσω δικτύου σωληνώσεων, όταν δεν είναι δυνατή η αποθήκευση στην περιοχή όπου λειτουργεί μια μονάδα που εκπέμπει CO2, ενέχει επιπλέον κίνδυνο διαρροών.

Η Οδηγία 2009/31/ΕΕ/23.4.2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, «θεσπίζει το νομικό πλαίσιο για την περιβαλλοντικά ασφαλή γεωλογική αποθήκευση του CO2, ως συμβολή στην μάχη εναντίον της κλιματικής αλλαγής» και προβλέπει οτι «ο σκοπός της περιβαλλοντικά ασφαλούς γεωλογικής αποθήκευσης CO2 είναι ο διαρκής περιορισμός του CO2 με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτρέψει και, όπου είναι δυνατόν, να εξαλείψει κατά το δυνατόν αρνητικά φαινόμενα και οποιοδήποτε κίνδυνο για το περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία.»

 Επίσης σύμφωνα με την ίδια Οδηγία, οι χώρες-μέλη, αν και εφόσον επιτρέψουν την εφαρμογή της μεθόδου σε εδάφη τους, αφού εξετάσουν τις πιθανότητες να είναι ενεργειακά εκμεταλλεύσιμα σύμφωνα με τις πολιτικές της ΕΕ για την ενεργειακή επάρκεια, θα πρέπει να παρέχουν  στους πολίτες τους περιβαλλοντικές πληροφορίες για την γεωλογική αποθήκευση και να λαμβάνουν υπ’ όψιν τους τις γεωλογικές ιδιαιτερότητες όπως η σεισμικότητα, δηλαδή «εάν υπό τις προτεινόμενες συνθήκες χρήσης δεν υπάρχει σημαντικός κίνδυνος διαρροής και εάν δεν υφίστανται σημαντικοί κίνδυνοι για το περιβάλλον και την υγεία.» [6]

Οι συγκεκριμένες εγκαταστάσεις, μετά το οριστικό κλείσιμό τους, βρίσκονται επί 20 χρόνια υπό την ευθύνη της εταιρίας λειτουργίας τους όσον αφορά τους ελέγχους και την ασφάλειά τους και στην συνέχεια, υπό προϋποθέσεις ασφαλείας, περνούν στην ευθύνη, την δικαιοδοσία και στην υποχρέωση ελέγχου των Αρμόδιων Αρχών[7], δηλαδή κρατικών φορέων, καθεστώς το οποίο θεωρείται ελαστικό και δελεαστικό από εταιρίες εκτός ΕΕ[8], αφού περιορίζει σε σχετικά βραχυπρόθεσμο ορίζοντα την ευθύνη των εταιριών.

Η αποθήκευση στο υπέδαφος των ωκεανών έχει κριθεί περιβαλλοντικά επισφαλής σύμφωνα με μελέτες και έχει απαγορευτεί από τις διεθνείς συνθήκες για την διαχείριση του θαλάσσιου περιβάλλοντος (Λονδίνου και OSPAR)[9]. Η απαγόρευση ενισχύει τις αμφιβολίες σχετικά με την ασφάλεια της μεθόδου, η οποία παρουσιάζει έντονες ομοιότητες με την απόρριψη πυρηνικών αποβλήτων στους ωκεανούς μέχρι το 1993 οπότε απαγορεύτηκε, χωρίς αυτό να σημαίνει οτι δεν παραβιαζόταν, προκαλώντας σοβαρά προβλήματα υγείας στους κατοίκους της Σομαλίας και καταστροφές στα παράλιά της[10].

 Με την μέθοδο αυτή, κυριολεκτικά θάβεται το πρόβλημα των εκπομπών CO2 οι οποίες παραμένουν στα ίδια επίπεδα -αν δεν αυξάνονται- και απομένει στο μέλλον να φέρει στην επιφάνεια τα περιβαλλοντικά προβλήματα που θα έχουν δημιουργηθεί εξαιτίας της εφαρμογής της.

Επίσης διαλευκαίνεται το «μυστήριο» των χαμηλών εκπομπών κάποιων βιομηχανικών χωρών της Ευρώπης, ενώ παράλληλα ελλοχεύει ο κίνδυνος να μετατραπούν τα εδάφη όσων χωρών το επιτρέψουν -για οικονομικούς ή πολιτικούς λόγους-, σε αποθήκες αποβλήτων CO2, με άγνωστες και μη προβλέψιμες συνέπειες.

Εξοικονόμηση ενέργειας

Εναλλακτικά των πολιτικών που ήδη αναφέραμε και στην πορεία της προς τον εκσυγχρονισμό -σύμφωνα με τις στρατηγικές που έχει εκπονήσει-, η ΕΕ εξετάζει μέσω των Προγραμμάτων Δράσης για την Εθνική Ενεργειακή Αποδοτικότητα (NEEAP), τις δυνατότητες να μειωθεί η κατανάλωση ενέργειας στα κράτη μέλη με κατάλληλη οργάνωση του δημόσιου τομέα. Τα προγράμματα αυτά θέτουν ως στόχο την μείωση της κατανάλωσης κατά 9% μέχρι το 2016, ενώ «αρμόδιοι φορείς των χωρών μελών υποχρεούνται να προωθήσουν τον στόχο με οικονομικά αποδοτικούς τρόπους» [11].

Στην αξιολόγηση της προόδου για το 2012 στην οποία εξετάστηκε το κυβερνητικό πλαίσιο και οι πολιτικές σε διάφορους τομείς (δημόσιο, μεταφορές, κτήρια, συσκευές, βιομηχανία και τριτογενής τομέας), οι έλληνες ειδικοί που συμμετείχαν, κρίνουν οτι η Ελλάδα, στην βάση ενός «βέλτιστου» πακέτου πολιτικών, παρουσιάζει μέτρια πρόοδο στις «ενεργειακά αποδοτικές πολιτικές»[12] και
σύμφωνα με τον πίνακα, βρίσκεται στην 16η θέση μεταξύ των 27 χωρών μελών της ΕΕ.

Θετικό παράδειγμα στις αποτελεσματικές πολιτικές αποτελεί η Δανία, η οποία βρίσκεται στην 2η θέση και σύμφωνα με την αξιολόγηση έχει λάβει βασικά μέτρα στα πλαίσια των οποίων οι εταιρίες ενέργειας πρέπει να συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων για την ενεργειακή αποτελεσματικότητα μέσω υποχρέωσης για εξοικονόμηση ενέργειας. Επιπλέον, το Ταμείο Εξοικονόμησης Ενέργειας της χώρας, παρέχει κρατική χρηματοδότηση για ενεργειακή αποδοτικότητα, σε νοικοκυριά, στον δημόσιο τομέα και σε επιχειρήσεις, ενώ υπάρχουν μέτρα αυξημένης φορολόγησης για πηγές ενέργειας που βασίζονται στα ορυκτά καύσιμα. 

Η 1η Φινλανδία χρησιμοποίησε αποτελεσματικές πολιτικές στα δημόσια κτήρια και μεταξύ άλλων μέτρων που εφάρμοσε είναι η συμφωνία με την τοπική αυτοδιοίκηση η οποία είναι αρμόδια για τον έλεγχο, τις λογιστικές αξιολογήσεις και την οικονομική υποστήριξη επενδύσεων στην οικονομία ενέργειας. Το πακέτο των πολιτικών της Φινλανδίας περιλαμβάνει αυστηρά πρότυπα χαμηλής κατανάλωσης ενέργειας σε παλαιότερα και νεόκτιστα κρατικής ιδιοκτησίας κτήρια[13].

 image002

 ΠΗΓΗ: Energy Efficiency Watch

 Οι υπεύθυνοι του προγράμματος NEEAP όσο και οι έρευνες των ειδικών που συμμετείχαν, υποδεικνύουν οτι η Ελλάδα δεν έχει ούτε φιλόδοξη, ούτε καινοτόμα πολιτική για την ενεργειακή αποτελεσματικότητα[14] και καταγράφουν την έλλειψη μακροχρόνιων στρατηγικών και πρωτοβουλιών της Ελλάδας, η οποία σε όλους τους τομείς ακολουθεί την τακτική «συμμόρφωσης», είτε ιδρύοντας υπηρεσίες και φορείς, είτε υιοθετώντας και -στο μέτρο του δυνατού- εφαρμόζοντας  τις οδηγίες της ΕΕ, όπως επιβεβαιώνει η απάντηση του αρμόδιου του ΥΠΕΚΑ:

«Δεν έχουν μπει ακόμα στόχοι. Υπάρχουν οι δεσμεύσεις της ΕΕ. Αυτές έχουμε. Η Ελλάδα είναι υπέρ μιας συνεκτικής και φιλόδοξης συμφωνίας για την 2η περίοδο [του Πρωτοκόλλου του Κυότο]. Έχει αποφασιστεί οτι θα γίνει αλλά δεν έχουν μπει στόχοι και διαδικασίες.»

 Οι προοπτικές να γίνει η Ελλάδα πρωτοπόρος στον εκσυγχρονισμό και στην εφαρμογή μέτρων για την εξοικονόμηση ενέργειας ειδικότερα και προς ένα καινοτόμο και λαμπρό μέλλον στον τομέα της πρόληψης και προστασίας από την κλιματική αλλαγή γενικότερα, διαγράφονται αβέβαιες. Η παγκόσμια τάση αλλά κυρίως οι πολιτικές της ΕΕ, θα ορίσουν τα πλαίσια μέσα στα οποία θα υποχρεωθεί να δράσει. Στα παγκόσμια, όπως και στα εσωτερικά -καταστροφικά- φαινόμενα που έχει να διαχειριστεί,  θα μπορούσαν να δραστηριοποιηθούν και να δώσουν τον «τόνο» οι κάτοικοί της, ως άμεσα ενδιαφερόμενοι και θιγόμενοι και το ίδιο βέβαια έχουν την δυνατότητα να πράξουν οι κάτοικοι όλου του πλανήτη.

Η ενημέρωση, η αφύπνιση και η παιδεία, αποτελούν το διαχρονικό και συμπαγές υπόβαθρο για την πρόοδο σε οποιονδήποτε τομέα και είναι η καλλιέργειά τους ή, αντίθετα, ο αποκλεισμός τους που δημιουργούν τις στατιστικές και ποιοτικές διαφοροποιήσεις. Ωστόσο, όταν πρόκειται για προβλήματα πανανθρώπινα, όπως η κλιματική αλλαγή, η έννοια της παγκοσμιοποίησης μπορεί να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και να εξυπηρετήσει το ουσιαστικό κέρδος το οποίο είναι οι άνθρωποι και η ποιότητα ζωής τους, αν όχι η επιβίωσή τους, όχι πλέον με τα πρότυπα και τους όρους που θέτει ένα ποσοστό του πληθυσμού της Γης και τα οποία δημιουργούν ανάγκες, κόστος και απώλειες για όλους.


[11]  Energy Efficiency Watch http://www.energy-efficiency-watch.org/  (20.5.2013)    

Ε2. Εναλλακτικές επιλογές για την μείωση εκπομπών CO2 #1


Η δραστική και αποτελεσματική μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου δεν φαίνεται πιθανή στο άμεσο μέλλον, αφού μεταξύ της απρόσκοπτης βιομηχανικής παραγωγής και της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, οι ανεπτυγμένες χώρες σαφώς επιλέγουν την πρώτη, αναζητώντας ταυτόχρονα μεθόδους μείωσης των εκπομπών CO2 οι οποίες να λαμβάνουν υπ’ όψιν την σχέση κόστους-κέρδους, τον παγκόσμιο ανταγωνισμό και τα ενεργειακά τους αποθέματα.

Οι αναπτυσσόμενες βιομηχανικά χώρες από την πλευρά τους, στον αγώνα τους να γίνουν ανταγωνιστικές και υπολογίσιμες σε επίπεδο επιρροής και διασφάλισης της δύναμης και των οικονομικών συμφερόντων τους, τελικά λειτουργούν αρνητικά -σε εκβιαστικό βαθμό- για τις ειλημμένες και μελλοντικές δεσμεύσεις των ανεπτυγμένων.

 Η κλιματική αλλαγή δεν είναι η πρώτη περιβαλλοντική πρόκληση που χρειάζεται να αντιμετωπίσει η Γη, οι άνθρωποι και η τεχνολογία. Έρευνες διεξάγονται εδώ και δεκαετίες, είτε για την αντιμετώπιση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης ιδιαίτερα των αστικών περιοχών, είτε για την προστασία της στιβάδας του όζοντος από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 -φαινόμενα που επίσης συνδέονται με την υπερθέρμανση του πλανήτη- και από το 1997 για την κλιματική αλλαγή.

 Οι ανανεώσιμες, βιώσιμες και περιβαλλοντικά συμβατές μορφές ενέργειας αποτελούν την εναλλακτική λύση ώστε να ικανοποιούνται οι ανάγκες και η ζήτηση ενώ δεν θα εντείνεται το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής. Καλύπτουν ήδη το 20% της παγκόσμιας παραγωγής ηλεκτρισμού και το 13% σε βασική κατανάλωση ενέργειας, με το μεγαλύτερο ποσοστό να χρησιμοποιείται στις αναπτυσσόμενες χώρες (47% στην Αφρική) [1] αλλά και σε ανεπτυγμένες που χρησιμοποιούν σε μεγάλη κλίμακα ΑΠΕ, όπως οι ευρωπαϊκές Σουηδία, Λιθουανία, Φινλανδία και Πορτογαλία[2].

 Επειδή τα στοιχεία κρύβουν σε μερικές περιπτώσεις περισσότερα από όσα απεικονίζουν, η Σουηδία εμφανίζεται μεν στις καλύτερες θέσεις όσον αφορά στις εκπομπές CO2, στην διάδοση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και στις πολιτικές που εφαρμόζει, όπως φαίνεται και στην κατάταξη για το 2013 (Παράρτημα VI), ωστόσο η σουηδική κρατική εταιρία παραγωγής ενέργειας Vettenfall[3] χρησιμοποιεί λιγνίτη, περιλαμβάνεται στις 30 πιο ρυπογόνες της Ευρώπης με τρείς μονάδες της που λειτουργούν στην Γερμανία ενώ οι εκπομπές CO2 του εργοστασίου που λειτουργεί στο εσωτερικό της, είναι διπλάσιες από τις συνολικές εκπομπές της χώρας. Επίσης θεωρείται οτι εάν στις εγχώριες εμπομπές συνυπολογίζονταν με εκείνες των χωρών όπου ενεργοποιείται η εταιρία, η Σουηδία θα βρισκόταν στις κορυφαίες χώρες σε κατά κεφαλήν εκπομπές CO2[4].
Ασφαλώς δεν αποτελεί την μοναδική περίπτωση υποκριτικής πολιτικής χωρών, εταιριών ή θεσμικών οργάνων, όπως είδαμε στην περίπτωση των «ενσωματωμένων» ρύπων της Βρετανίας, των δανείων που χορηγεί η γερμανική τράπεζα KfW και άλλων περιπτώσεων που θα δούμε στην συνέχεια.

(VI)

image002

Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ)

 Ως ανανεώσιμες, νοούνται οι πηγές ενέργειας οι οποίες μπορούν να ανατροφοδοτούν την παραγωγή τους χωρίς να καταναλώνουν επιπλέον καύσιμο. Οι κυριότερες χρησιμοποιούμενες μέθοδοι είναι:

  • Αιολική ενέργεια. Η παραγωγή προέρχεται από την κίνηση ανεμογεννητριών οι οποίες μετατρέπουν τα ρεύματα αέρα σε ενέργεια. Θεωρείται κατάλληλη για παροχή ενέργειας σε μη αστικές ή αγροτικές περιοχές, ενώ έχει ως προαπαιτούμενο την κίνηση ανέμων στην περιοχή και τις εκτάσεις για την εγκατάσταση ανεμογεννητριών, οι οποίες μπορούν να τοποθετηθούν και μέσα στην θάλασσα, κοντά σε παράλια, προκειμένου να επιτυγχάνεται μέγιστη εκμετάλλευση των ανέμων.

Το σημαντικότερο μειονέκτημα που παρουσιάζει είναι οτι δεν αποθηκεύεται και ως εκ τούτου υπάρχει το ενδεχόμενο να μην συμπίπτει χρονικά η ζήτηση ενέργειας με την κίνηση των ανέμων[5], ωστόσο πιστεύεται οτι θεωρητικά υπάρχει η δυνατότητα να παράγει 40 φορές την τρέχουσα ζήτηση σε ηλεκτρική ενέργεια[6]. Στην Ελλάδα, μέχρι το τέλος του 2012, η αιολική ενέργεια παρείχε 1.749 MW (Megawatts), δηλαδή το 6% της συνολικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας, έναντι 7% της ΕΕ και 16% της Ισπανίας, 17% της Πορτογαλίας και 6% της Κύπρου –χωρών της Μεσογείου[7].

  •  Υδροηλεκτρική ενέργεια. Παράγεται από την παροχέτευση υδάτων των ποταμών κυρίως, -με αξιοποίηση της ροής και της πτώσης τους ή μέσω φραγμάτων- αλλά και της θαλάσσιας κίνησης σε τουρμπίνες οι οποίες μετατρέπουν την ροή και την δύναμή τους σε  ηλεκτρική ενέργεια[8].

Θεωρείται πηγή χαμηλού κόστους και μέχρι το 2010, παρείχε το 16,1% της παγκόσμιας κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, ωστόσο επικρίνεται για την παρέμβαση που απαιτείται στην ροή των ποταμών και των οικοσυστημάτων τους, όσο και για τα μεγάλης κλίμακας έργα που απαιτούνται για την κατασκευή υδροηλεκτρικών φραγμάτων[9], ζήτημα που έχει ανακύψει και στην Ελλάδα με τα έργα της εκτροπής του Αχελώου.

Στην Ελλάδα λειτουργούν 15 υδροηλεκτρικοί σταθμοί ισχύος 62,90 MW σύμφωνα με στοιχεία της ΔΕΗ Ανανεώσιμες[10], οι οποίοι παρήγαγαν το 2010, το 12% της ηλεκτρικής ενέργειας[11].

  • Ηλιακή ενέργεια. Χρησιμοποιεί την ηλιακή ακτινοβολία για την παραγωγή θέρμανσης και ηλεκτρισμού, η οποία συλλέγεται μέσω φωτοβολταϊκών ηλιακών συλλεκτών ή μηχανών θερμότητας και μετατρέπεται σε θερμική ή μηχανική και τέλος σε ηλεκτρική ενέργεια. Προς το παρόν παρέχει μόνο το 1% της παγκόσμιας ηλεκτρικής ενέργειας, ωστόσο η σχετική τεχνολογία εξελίσσεται και το κόστος μειώνεται, οπότε αναμένεται περαιτέρω εξάπλωση της χρήσης της[12].

Στην Ελλάδα, η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών, η συνολική ισχύς των οποίων ανέρχεται το 2013 σε 1.836 MW[13], αυξήθηκε το 2012 πάνω από τις προσδοκίες, ως αποτέλεσμα των κινήτρων μέσω επιδοτήσεων, τα οποία όμως αναμένεται να μειωθούν ή να καταργηθούν (σύμφωνα και με τον εκπρόσωπο του ΥΠΕΚΑ, όπως θα δούμε) και στα πλαίσια της αύξησης της τιμής των καυσίμων και την μείωσης των τιμών των συλλεκτών. Η αύξηση της παραγωγής ηλιακής ενέργειας ωστόσο λειτούργησε αρνητικά για το ισοζύγιο της αγοράς ενέργειας, των χρηματοδοτήσεων ΑΠΕ και των κρατικών εσόδων[14].

  • Βιομάζα. Πρόκειται για φυτικό υλικό το οποίο μέσω της φωτοσύνθεσης αποθηκεύει την ηλιακή ενέργεια και αναπαράγεται απεριόριστα. Ο ορθολογικός και αποτελεσματικός τρόπος χρήσης της όσο και τα αποτελέσματα κόστους-απόδοσης έχουν αμφισβητηθεί στις ΗΠΑ. Επίσης επικρίνεται επειδή η καύση της παράγει CO2 εξίσου με τα ορυκτά καύσιμα ωστόσο οι υποστηρικτές της προβάλλουν το επιχείρημα οτι δεν πρόκειται για «νέο άνθρακα» αλλά για ανακύκλωση της ποσότητας που είχαν απορροφήσει τα φυτά κατά την φωτοσύνθεση. Παράγεται από καύση φυτικών και ζωικών υπολειμμάτων ή από καλλιέργειες που προορίζονται για χρήση ως βιομάζα[15]. Στην Ελλάδα σύμφωνα με Υπουργική Απόφαση, απαγορεύεται η χρήση βιομάζας για την θέρμανση και την παραγωγή ενέργειας σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη[16].
  • Από την βιομάζα παράγονται βιοκαύσιμα κατάλληλα για τα μεταφορικά μέσα τα οποία χρησιμοποιούνται ευρέως σε ΗΠΑ και Βραζιλία[17], αν και δεν έχουν πείσει τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος, ο οποίος ενίσταται στην διάθεση εκτάσεων για την καλλιέργεια μη-παραγωγικών και μη-βρώσιμων φυτών, ενώ προτείνει την παραγωγή βιομάζας από «υποπροϊόντα, απόβλητα και κατάλοιπα»[18]. Βιοκαύσιμα όπως η βιοαιθανόλη και το βιοντίζελ, αποτέλεσαν διεθνώς το καύσιμο κίνησης στις μεταφορές το 2010, σε ποσοστό 2,7%, ενώ η Ελλάδα στα πλαίσια των δεσμεύσεών της, θα πρέπει να αντικαταστήσει τα καύσιμα για τις μεταφορές κατά 10% από βιοκαύσιμα μέχρι το 2020[19].
  • Γεωθερμική ενέργεια. Χρησιμοποιεί την θερμότητα από το εσωτερικό της Γης, η οποία βρίσκει διέξοδο μέσω θερμών πηγών, η εκμετάλλευση των οποίων μπορεί να παράγει ενέργεια. Η Ισλανδία εκμεταλλεύεται την γεωθερμική ενέργεια για την παραγωγή ηλεκτρισμού, ενώ στην Ελλάδα, χρησιμοποιείται σε κυρίως σε θερμοκήπια και ιαματικά λουτρά και σπανιότερα στην θέρμανση κτηρίων.  χρήση και ωκεανογενής από την κίνηση των ωκεάνιων ρευμάτων εξαιτίας της γήινης κίνησης και βαρύτητας και οι δύο σε περιορισμένη κλίμακα και βέβαια με τον περιορισμό της ύπαρξης των απαραίτητων πηγών, η πρώτη ιδιαίτερα στην Ισλανδία και η δεύτερη στην διώρυγα του Παναμά[20].

Η προσαρμογή, οι κατασκευές και οι εγκαταστάσεις που είναι απαραίτητες για την εκμετάλλευση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας απαιτούν επενδύσεις, ενώ η ευρεία διάδοση και η χρήση τους θα προϋπέθεταν την σκόπιμη μείωση της εξόρυξης των ορυκτών καυσίμων επάνω στα οποία έχει δομηθεί η καταναλωτική κοινωνία και από τα οποία χώρες και κολοσσιαίες εταιρίες αποκομίζουν τεράστια, σχεδόν ασύλληπτα κέρδη.

Οι πιθανότητες να εξασφαλίζεται το σύνολο της ενέργειας παγκοσμίως από ανανεώσιμες πηγές είναι χαμηλές στο ορατό μέλλον και εφόσον υπάρχουν εκμεταλλεύσιμα αποθέματα ορυκτών καυσίμων. Έρευνες ωστόσο αποδεικνύουν οτι είναι δυνατόν μέχρι το 2050 να παράγεται το σύνολο της ενέργειας από ΑΠΕ και οτι η αντίθετη πολιτική, απλώς εξαντλεί τον πλανήτη και υπονομεύει την ζωή πάνω σε αυτόν[21]. Στο μεταξύ, γίνονται προσπάθειες εξάπλωσής τους  και ήδη χρησιμοποιούνται στις μισές από τις νέες εγκαταστάσεις.

Η Λατινική Αμερική ήδη συμπεριλαμβάνει κατά 58% τις ΑΠΕ στο ενεργειακό της μείγμα, ενώ οι ΗΠΑ αύξησαν την χρήση ηλιακής ενέργειας κατά 50% και της υδροηλεκτρικής και  αιολικής κατά 25% και ο Καναδάς ο οποίος παράγει το 60% της συνολικής του ενέργειας από υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις, την αύξησε κατά 7%, ενώ διπλασίασε το ποσοστό αιολικής ενέργειας το 2011.

Στην Ευρώπη, το ποσοστό των ΑΠΕ αυξήθηκε κατά 26% , ενώ η Βρετανία παρουσίασε αύξηση 65% και η Ιταλία πενταπλασίασε το ποσοστό της. Δυστυχώς, η Ισπανία φαίνεται να μείωσε το ποσοστό από 33 σε 29%, ως αποτέλεσμα των πολιτικών που οφείλονται στην οικονομική κρίση[22].

Στην Ευρώπη-27 χωρών-μελών οι ΑΠΕ το 2010 αντιπροσώπευαν το 14,3% της κατανάλωσης για θέρμανση, το 19,6% για ηλεκτρισμό και το 4,7% για καύσιμα μεταφορών, ενώ η συνολική συμμετοχή του 12,5% δείχνει επίτευξη κατά 60% του στόχου για το 2020, σύμφωνα με στοιχεία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος[23] .

Ας έχουμε υπ’ όψιν οτι κάποια εντυπωσιακά ποσοστά οφείλονται στην πολύ μικρή συμμετοχή των ΑΠΕ στην παραγωγή ενέργειας μέχρι πρότινος (αύξηση 50% μπορεί να σημαίνει οτι το 1% έγινε 1,5), φανερώνουν ωστόσο την τάση και την ανάγκη μείωσης της εξάρτησης από τα -εισαγόμενα- ορυκτά καύσιμα.

Στην Ελλάδα, η φύση έχει παράσχει μεν τα «δώρα» της παρατεταμένης ηλιοφάνειας και των ανέμων, τα οποία προβάλλει ο τομέας του τουρισμού, αλλά εγκαταλείπονται στην σφαίρα του τυχαίου χωρίς να γίνεται μεθοδευμένη προσπάθεια διοχέτευσής τους στην παραγωγή ενέργειας. Όπως είδαμε, η ηλεκτροπαραγωγός ΔΕΗ όσο και το οργανωμένο κράτος, απλώς περιορίζονται στην «συμμόρφωση» προς τις οδηγίες της ΕΕ -όταν αυτό είναι αναπόφευκτο-, αντί να αποφασίζουν στρατηγικές ωφέλιμες για το μέλλον της χώρας, των κατοίκων και του περιβάλλοντος. Η ενέργεια που παράγεται από ΑΠΕ περιορίζεται στο μισό του στόχου για το 2020 και είναι ο αγωγός TAP και οι υδρογονάνθρακες, για την εξόρυξη των οποίων δεν υπάρχει ουδεμία εθνική υποδομή και τεχνολογία, που προβάλλονται ως το μάννα εξ ουρανού και για τους οποίους δρομολογείται η διάθεση μέρους των κεφαλαίων από τα ΕΣΠΑ (2014-2020)[24].

Όπως μας είπε ο υπεύθυνος του ΥΠΕΚΑ[25] για την Ελλάδα: «Τα τελευταία χρόνια έχουμε τρομερή άνοδο των εφαρμογών ΑΠΕ αλλά δεν φτάνουν από μόνες τους να καλύψουν τις ενεργειακές ανάγκες της χώρας. Οι νέες τεχνολογίες έχουν κόστος. Έχουμε ήλιο αλλά τα φωτοβολταϊκά δεν είναι απλή υπόθεση και η εφαρμογή τους και η ανάπτυξή τους προϋποθέτει μια σειρά άλλων ενεργειών. Γίνονται κάποιες προσπάθειες να αναπτυχθούν πάνω σε κτίρια, στο έδαφος στις αγροτικές περιοχές.»

Όσον αφορά στο κόστος σε σχέση με την αντίστοιχη μείωση των δαπανών για ορυκτά καύσιμα, εύστοχα επεσήμανε οτι: «Δυνητικά και στο μέλλον [θα υπάρξει μείωση], αλλά μόνο εφόσον υπάρχει τρομερά μεγάλη εφαρμογή, η οποία όμως προϋποθέτει λεφτά. Είναι ένα κόστος και αυτή την στιγμή συνέχεια μειώνονται τα κίνητρα απόδοσης τα οποία δίνουμε για να βάλει ο κόσμος φωτοβολταϊκά.

Το ξεκίνησε [επιδοτήσεις για ΑΠΕ] η Ισπανία όπου έδιναν κίνητρα για να βάλει ο κόσμος φωτοβολταϊκά αλλά κι αυτοί δεν έχουν πια λεφτά, αρχίζουν λοιπόν και μειώνουν τις τιμές τις οποίες είχαν υποσχεθεί. Υπάρχουν τα προβλήματα της οικονομικής κρίσης τα οποία ταλανίζουν τους πάντες αλλά γίνονται βήματα. Έχει γίνει ανάπτυξη αλλά από μόνη της δεν φθάνει να καλύψει ενεργειακές ανάγκες.»

Tο δε μεγαλεπήβολο πρόγραμμα ΗΛΙΟΣ το οποίο τέθηκε σε ισχύ το 2012[26] και σύμφωνα με τον πρώην υπουργό ΠΕΚΑ Γιώργο Παπακωνσταντίνου θα είχε την δυνατότητα να παράγει 10.000 MW από ηλιακή ενέργεια τα οποία θα εξήγαγε η Ελλάδα προς την Γερμανία[27], μοιάζει με ένα ακόμα «σχέδιο φάντασμα» των ελληνικών κυβερνήσεων το οποίο εγκρίθηκε χωρίς να ληφθούν υπ’ όψιν παράγοντες τους οποίους είχαν επισημάνει φορείς της αγοράς ενέργειας της Γερμανίας[28].

Η μεταφορά ενέργειας κρίθηκε ασύμφορη και όπως μας είπε ο υπεύθυνος του ΥΠΕΚΑ: «Ήταν μια εφαρμογή όπου μπαίνουν φωτοβολταϊκά και θα έπρεπε να πηγαίνει ενέργεια στην Γερμανία. Δεν είναι τόσο απλό, γιατί υπάρχει το θέμα της διανομής, δεν είναι μόνο η παραγωγή. Αυτά είναι καλά, τα φτιάχνεις για να δίνουν στην γύρω περιοχή ώστε να μην έχεις απώλειες. Είναι μου φαίνεται σε μια φάση συζήτησης ακόμα. Μπορεί να γίνει κάποια στιγμή.»

Όντως η όποια πρόοδος έχει σημειωθεί δεν είναι αρκετή, ούτε για τους ανθρώπους -ως καταναλωτές που πληρώνουν το αντίτιμο της ενέργειας και ως πολίτες που πρέπει να έχουν λόγο στις αποφάσεις που αφορούν την υγεία και την ποιότητα ζωής τους-, ούτε για την Γη. 

 

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Α.Π.Ε. (ΚΑΙ ΥΔΡΟΗΛΕΚΤΡΙΚΗ) ΣΤΗΝ ΗΛΕΚΤΡΟΠΑΡΑΓΩΓΗ   2011

 image001

[Στον χάρτη εμφανίζεται το ποσοστό συμμετοχής των ΑΠΕ στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ανά περιοχές, το 2011]

ΠΗΓΗ: Enerdata

(V)

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ Α.Π.Ε. ΣΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΜΕ ΟΜΑΛΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΥΔΡΟΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΚΑΙ ΑΙΟΛΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΣΤΙΣ ΧΩΡΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΖΩΝΗΣ

image001

Οι επιδόσεις δείχνουν ακόμα μια φορά τα υψηλά ποσοστά της Νορβηγίας και της Σουηδίας που βρίσκονται εντός στόχων και δεσμεύσεων, σε αντίθεση με χώρες όπως η Ελλάδα η οποία βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο των 27 χωρών-μελών της ΕΕ.

ΠΗΓΗ: European Environment Agency


[5]  The Encyclopedia of Alternative Energy and Sustainable Living http://www.daviddarling.info/encyclopedia/W/AE_wind_energy.html (26.5.2013)

[6]  Evaluation of global wind power, Cristina L. Archer and Mark Z. Jacobson, 2005 

http://www.stanford.edu/group/efmh/winds/global_winds.html (26.6.2013)

[9]   Worldwatch Institute http://www.worldwatch.org/node/9527 (26.5.2013)

[10]  ΔΕΗ Ανανεώσιμες http://www.ppcr.gr/Energy.aspx?C=%2026 (3.6.2013)

[12]  Worldwatch Institute http://www.worldwatch.org/node/5086 (26.5.2013)

[15]  Κέντρο Ανανεώσιμων Πηγών και Εξοικονόμησης Ενέργειας (ΚΑΠΕ) http://www.cres.gr/kape/energeia_politis/energeia_politis_biomass_kalier_uk.htm (3.6.2013)

[25]  Κυριάκος Ψύχας, Διεύθυνση Ελέγχου Ατμοσφαιρικής Ρύπανσης και Θορύβου

[26]  ΦΕΚ, Τεύχος Πρώτο, αρ. 70/30.3.2012

Ε1. Ορυκτά καύσιμα και κλιματική αλλαγή #2


Η ΕΕ, λιγότερο πρόθυμη πλέον, λόγω της οικονομικής κρίσης, να επενδύσει σε τεχνολογίες χαμηλού άνθρακα και προκειμένου να παραμείνει εντός των πλαισίων εκπομπών του 2020, ερευνά από το 2010 την μείωση εκπομπών CO2 στην καύση άνθρακα και λιγνίτη μέσω των τεχνολογιών Δέσμευσης και Αποθήκευσης Άνθρακα (CCS) όπως ονομάζονται και εκσυγχρονισμού των εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας[1].

Επίσης, με βιομηχανική παραγωγή στα επίπεδα του 1990, όπως αποτιμά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «πολλά επενδυτικά σχέδια, ταλέντα και ιδέες, κινδυνεύουν να αχρηστευθούν εξαιτίας της αβεβαιότητας, της μειωμένης ζήτησης και της έλλειψης κεφαλαίων.» Ο εξ ανατολών κίνδυνος των αναδυομένων αγορών της Κίνας και της Ινδίας (αλλά όχι της Ρωσίας) πιέζει για ενίσχυση του ανταγωνισμού, ενώ παράλληλα η αύξηση του πληθυσμού της Γης, «κάνει επιτακτική την ανάγκη για εξεύρεση πηγών ενέργειας και ασκεί πιέσεις στο περιβάλλον», πάντα σύμφωνα με τα συμπεράσματα της ΕΕ όσον αφορά στον στόχο για την Ευρώπη του 2020. Ωστόσο, θεωρητικά τουλάχιστον και στα πλαίσια της φθηνής και επαρκούς ενέργειας, συνεχίζει την προσπάθεια για εφαρμογή των δεσμεύσεών της σε ολόκληρη την ΕΕ[2].

Με την οικονομική κρίση να διευκολύνει μεν τις μειώσεις των εκπομπών, να αποτρέπει δε την κερδοφορία και άρα τις επενδύσεις, τηρεί συντηρητική πολιτική σε εξαγγελίες και σε δεσμεύσεις, ενώ διατηρεί -για την ώρα- τον στόχο 20/20/20 ο οποίος εντάσσεται στις γενικότερες στρατηγικές της χωρίς ωστόσο να είναι άτρωτος σε αναθεωρήσεις και «αναδιπλώσεις».

Η Ελλάδα από την πλευρά της, διαθέτει 36% ενεργειακή επάρκεια από τα αποθέματά της σε λιγνίτη, τα οποία ανέρχονται περίπου σε 3.255 εκατομμύρια τόνους, ενώ εισάγει πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Το 2011 κατανάλωνε 343.000 βαρέλια πετρέλαιο ημερησίως (313.000 το 2012), εισήγαγε και κατανάλωσε περίπου 5 δις m³ φυσικό αέριο και κατανάλωσε περίπου 58 εκατομμύρια τόνους εγχώριου άνθρακα (λιγνίτη), ενώ οι εκπομπές CO2 της χώρας από την καύση ορυκτών καυσίμων, ήταν 91,3 εκατομμύρια τόνοι, δηλαδή περίπου το 2% στο σύνολο της Ευρώπης[3].

Η εγχώρια παραγωγή αργού πετρελαίου καλύπτει το 1% των αναγκών της. Από το σύνολο των εισαγωγών της το 34% προέρχεται από το Ιράν, το 31% από την Ρωσία, 14% από την Σαουδική Αραβία και 9% από το Ιράκ (2011). H κατά κεφαλήν κατανάλωση ενέργειας είναι 2,3 toe, δηλαδή 26.749 κιλοβατώρες στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι 4.300 kWh ηλεκτρισμού και είναι κατά 30% χαμηλότερη από τον μέσο όρο στην ΕΕ (3,5toe)[4].

Ο τομέας παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα, αποτελεί μονοπώλιο της ΔΕΗ αφού το μερίδιό της στην Ελληνική Αγορά Ηλεκτρικής Ενέργειας έφθασε τον Μάρτιο 2012 σε 99,4%[5].

Το μείγμα καυσίμου όπως το παραθέτει η εταιρία στους λογαριασμούς, αναλύεται ως εξής:

  2.2009-1.2010 12.2010-11.2011 12.2011-11.2012
Λιγνίτης 51,16% 46,16% 47,69%
Πετρέλαιο 10,56% 8,06% 8,20%
Φυσικό Αέριο 15,82% 24,82% 23,93%
Υδροηλεκτρική Ενέργεια 9,11% 7,44% 6,21%
Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργ. 6,14% 8,08% 10,55%
Διασυνδέσεις* 7,20% 5,42% 3,42%

*πρόκειται για τις διασυνοριακές/διακρατικές μεταφορές ηλεκτρικής ενέργειας[6]

Η σύνθεση έχει διαφοροποιηθεί από το 2010, όταν εμφανίστηκε η πληροφορία στους λογαριασμούς, προς την κατεύθυνση της αύξησης των ορυκτών καυσίμων (79,82% το 2013 έναντι 77,54% το 2009) με απλή μετάθεση από το πετρέλαιο και την εισαγόμενη ηλεκτρική ενέργεια, στο φυσικό αέριο. Αντίθετα η υδροηλεκτρική ενέργεια χρησιμοποιείται λιγότερο και το μερίδιό της μαζί με τις ΑΠΕ παραμένει στο 16,76% -περίπου ίδιο με του 2010-, το οποίο μακράν απέχει από το 40% μέχρι το 2020 που είχε αναγγείλει ο πρώην υπουργός στην Διάσκεψη Κορυφής του Ντέρμπαν.  

Η καύση λιγνίτη παράγει μεγαλύτερες ποσότητες CO2 ακόμα και από τον μαύρο άνθρακα (λιθάνθρακα) και η Ελλάδα είναι η 8η λιγνιτοπαραγωγός χώρα παγκοσμίως[7].Το σύνολο του ορυκτού χρησιμοποιείται από τους σταθμούς παραγωγής της ΔΕΗ. Υπάρχουν τεράστια αποθέματα κυρίως στην βόρεια Ελλάδα, ενώ έχει υπολογιστεί οτι μόνο το 30% των συνολικών αποθεμάτων έχουν εξορυχθεί. Ακόμα και με αύξηση της κατανάλωσης, τα αποθέματα θα είναι επαρκή για τουλάχιστον 40 χρόνια[8] .

Οι «παραδοσιακοί» ρυπαντές στην Ελλάδα ήταν και παραμένουν ο τομέας της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, δηλαδή η ΔΕΗ, οι τσιμεντοβιομηχανίες και οι εγκαταστάσεις των διυλιστηρίων.

Αρκετοί σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη συγκαταλέγονται μεταξύ των πλέον ρυπογόνων παγκοσμίως με κορυφαίο το εργοστάσιο Belchatow της Πολωνίας, η οποία μοιράζεται τις θέσεις στις πιο «βρώμικες» χώρες, κυρίως με την Ελλάδα. Δύο από τις μονάδες της ΔΕΗ -του Αγίου Δημητρίου και της Καρδιάς- βρίσκονταν μεταξύ των 30 πιο ρυπογόνων της Ευρώπης το 2008 και το 2009 [9] (VII).

(VII)  ΟΙ ΠΙΟ ΡΥΠΟΓΟΝΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΓΙΑ ΤΟ 2006

image002 

Εξάλλου όπως λέει ο υπεύθυνος από το ΥΠΕΚΑ: «Η Ελλάδα για τα θέματα του μετριασμού των εκπομπών, εδώ και αρκετά χρόνια έχει ξεκινήσει ένα πρόγραμμα για την ανάπτυξη των ΑΠΕ και την μείωση των εκπομπών και κατά κύριο λόγο προέρχονται από την ΔΕΗ.  Πρέπει να γίνει βαθμιαία μετατροπή αλλά όλα αυτά δεν γίνονται από την μια στιγμή στην άλλη. Τώρα, αν η ΔΕΗ έχει κάνει όσα χρειάζονταν όλα αυτά τα χρόνια, αυτό είναι μια άλλη ιστορία, όμως το οτι από το τέλος του 2009 η ΔΕΗ και ο τομέας της ενέργειας ανήκουν στο ίδιο Υπουργείο είναι θετικό γιατί μπορούν να γίνουν πιο εύκολα οι σχεδιασμοί.»

Όσον αφορά στο κατά πόσο είναι δυνατόν να μην χρησιμοποιεί λιγνίτη η ΔΕΗ διευκρινίζει οτι: «Δεν είναι τόσο απλό. Τα αποθέματα είναι πολλά. Η διαδικασία αυτή δυστυχώς έχει επιπτώσεις από πλευράς αερίων θερμοκηπίου άρα είμαστε υποχρεωμένοι από το 20/20/20 να κάνουμε κάποια βήματα για να πιάσουμε τους στόχους.»

 Η ελληνική ηλεκτροπαραγωγός εταιρία, έχει αντιμετωπίσει επικρίσεις για την επιβάρυνση του περιβάλλοντος από τις μονάδες της αλλά και για το αποκλειστικό δικαίωμα στην εξόρυξη λιγνίτη, βάσει του οποίου απολαμβάνει μονοπωλιακή θέση στην αγορά ενέργειας, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία το 2009 είχε εκδώσει σχετική απόφαση «διόρθωσης» της παραβίασης των κανόνων ανταγωνισμού από την Ελληνική Δημοκρατία[10].

Η ΔΕΗ, υποστηριζόμενη από την Ελληνική Δημοκρατία,  προσέφυγε στο Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ το οποίο ακύρωσε τον Σεπτέμβριο 2012[11] την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η οποία με την σειρά της, τον Νοέμβριο 2012 άσκησε αίτηση αναίρεσης της απόφασης του δικαστηρίου[12].

Η Επιτροπή εμφανίζεται να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τα δικαιώματα χρήσης του λιγνίτη από την ΔΕΗ και για τον ανταγωνισμό ο οποίος «εμποδίζεται» από τις αποφάσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας με τις οποίες παρέχει δικαιώματα εξόρυξης στην ιδιοκτησίας ελληνικού δημοσίου εταιρία. Η εταιρία προσβλέπει στην απελευθέρωση της αγοράς, αφενός επειδή υφίσταται περιορισμούς (επιλογή καυσίμου, λειτουργία ή παύση μονάδων κ.ά.) που αυξάνουν το κόστος παραγωγής, αφετέρου για να διαμορφώνει ελεύθερα το τιμολόγιο λιανικής (σύμφωνα και με το Μνημόνιο)[13]

 Στο μεταξύ η υποψήφια για αποκρατικοποίηση ΔΕΗ, με κοινοπρακτικό δάνειο 700 εκατ. ευρώ από την γερμανική αναπτυξιακή τράπεζα KfW IPEX Bank το οποίο εγκρίθηκε από τον Γερμανικό Οργανισμό Ασφάλισης Εξαγωγικών Πιστώσεων Euler-Hermes[14], ήδη προχώρησε τον Μάρτιο 2013 στην υπογραφή συμφωνίας με την κατασκευαστική εταιρία ΤΕΡΝΑ ΑΕ, η οποία σε συνεργασία με γερμανικές εταιρίες ανέλαβε την δημιουργία της νέας λιγνιτικής μονάδας ηλεκτροπαραγωγής «Πτολεμαΐδα V», αξίας περίπου 1,4 δις ευρώ[15] [16].

Η ίδια τράπεζα χρηματοδοτεί τις εξορύξεις λιγνίτη στην πόλη Κολουμπάρα, Σερβία, -η γερμανική κατασκευαστική Thyssen Krupp θα προμηθεύσει το μηχάνημα εκσκαφής έναντι 31 εκατ. ευρώ- ενώ εμπλέκεται σε χρηματοδοτήσεις εννέα μονάδων παραγωγής ενέργειας και τέσσερα έργα στον τομέα της εξόρυξης άνθρακα σε Νότιο Αφρική και Ινδία[17].

Η KfW έχει επικριθεί από γερμανικές και διεθνείς περιβαλλοντικές οργανώσεις επειδή εντός Γερμανίας υποστηρίζει επενδύσεις περιβαλλοντικής κατεύθυνσης για την ενεργειακή μετάβαση της χώρας και γενικότερα προβάλλει «πράσινο» προφίλ, ενώ ταυτοχρόνως χρηματοδοτεί έργα στο εξωτερικό, τα οποία επιβαρύνουν το τοπικό περιβάλλον και συμβάλλουν στις εκπομπές CO2 και στην κλιματική αλλαγή[18].

Η ενέργεια απασχόλησε την Διάσκεψη Κορυφής της ΕΕ τον Μάιο 2013, ως θέμα που συνδέεται άμεσα με την οικονομική κρίση. Η σκοπίμως ακριβή ενέργεια του παρελθόντος -όπως παραδέχθηκε ο Επίτροπος ενέργειας Γκίντερ Έτινγκερ -αποτελεί πλέον πρόβλημα για τους φτωχούς αλλά επίσης απομακρύνει τις βιομηχανίες από την Ευρώπη με συνέπεια την απώλεια θέσεων εργασίας, ενώ εκφράστηκε η άποψη οτι υπερεκτιμάται το ζήτημα των κλιματικών πολιτικών. Θεωρητικά τουλάχιστον και σύμφωνα με την Επίτροπο για την Κλιματική Αλλαγή η Ευρώπη δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε καταστάσεις ατμοσφαιρικής ρύπανσης εξαιτίας του άνθρακα, του δικού της παρελθόντος και του παρόντος χωρών όπως η Κίνα, θέση με την οποία φαίνεται να συμφωνεί ο πρόεδρος των Πρασίνων Ντάνιελ Κον- Μπεντί.[19]

Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Χέρμαν φαν Ρομπέι, στην έκτακτη Σύνοδο Κορυφής της 22 Μαΐου, προειδοποίησε για τον ανταγωνισμό σε φθηνή ενέργεια από τις ΗΠΑ, ενώ οι αρχηγοί έδωσαν βαρύτητα στα θέματα της φοροδιαφυγής, σε βάρος αυτών που αφορούν στο περιβάλλον και στην κλιματική αλλαγή[20].

Ενδεικτικές των αποφάσεων που θα ακολουθούσαν, αποτέλεσαν οι θέσεις του έλληνα πρωθυπουργού στην Κίνα λίγες μέρες νωρίτερα, ως «φέροντα» τις θέσεις της ΕΕ στην Ασία αλλά και η ικανοποίηση που εξέφρασε μετά την σύνοδο λέγοντας: «Τέλος, περιλήφθηκε για πρώτη φορά ρητή αναφορά στην έρευνα και στην εκμετάλλευση των εγχώριων ενεργειακών πόρων της Ευρώπης, πράγμα που ενδιαφέρει ιδιαίτερα την Ελλάδα και την Κύπρο, καθώς -το είπα ξεκάθαρα- υπάρχουν πολύ ισχυρές ενδείξεις για ύπαρξη σοβαρών ενεργειακών κοιτασμάτων στην Ελληνική υφαλοκρηπίδα, όπως βρέθηκαν ήδη και αξιοποιούνται τέτοια κοιτάσματα στην Κυπριακή υφαλοκρηπίδα» ενώ δεν παρέλειψε να αναφερθεί στην δημιουργία του αγωγού φυσικού αερίου ΤΑΡ (Trans-Adriatic Pipeline), από το Αζερμπαϊτζάν[21].

Όπως μας είπε χαρακτηριστικά πριν τις διασκέψεις ο υπεύθυνος του ΥΠΕΚΑ εξάλλου:

«Θέλουμε την προστασία του περιβάλλοντος αλλά να μην διαλύσουμε την οικονομία χωρίς να πετύχουμε τίποτα», ενώ χρησιμοποίησε ως παράδειγμα, μια συζήτηση που θα ξεκινήσει σε λίγους μήνες στην ΕΕ για τις εκπομπές των πλοίων για την οποία τόνισε οτι:

«Αν οι στόχοι μπουν μόνο για τα κοινοτικά πλοία, εμείς ως Ελλάδα που έχουμε τεράστια συμφέροντα στο θέμα της ναυτιλίας και ταυτόχρονα θέλουμε την προστασία του περιβάλλοντος, λέμε να τεθούν μεν στόχοι αλλά μέσω του ΙΜΟ του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού για να γίνει παγκόσμια. Γιατί αν πούμε οτι τα κοινοτικά πλοία πρέπει να έχουν προδιαγραφές και οι άλλοι δεν έχουν, οι πλοιοκτήτες είναι επόμενο οτι μπορεί να αλλάξουν σημαία. Άρα τι θα κερδίσουμε μ’ αυτό; Χάνουμε ένα κομμάτι της οικονομίας μας αλλά περιβαλλοντικά δεν θα κερδίσουμε τίποτα.»

Μια σειρά από παράγοντες επηρεάζουν τις αποφάσεις των εθνικών, ευρωπαϊκών και διεθνών θεσμικών οργάνων. Ως εκ τούτου και σύμφωνα πάντα με το Υπουργείο, «γίνονται προσπάθειες όχι μόνο μέσα στην ΕΕ αλλά και στον ΟΗΕ. Η θέση της Ελλάδας δεν είναι κατά των μέτρων αλλά πρέπει να γίνονται όλα με μια διαδικασία που να ευνοεί την παγκόσμια εφαρμογή, διαφορετικά δεν κερδίζουμε τίποτα.»

Εννοεί προφανώς οτι η Ελλάδα θα ασκήσει πιέσεις και μάλιστα σε διεθνές επίπεδο, για να προασπίσει τα εθνικά της συμφέροντα.

Η επάρκεια σε φθηνή ενέργεια παραμένει το ιερό δισκοπότηρο των βιομηχανιών, των πολιτικών και των συν αυτοίς συμφερόντων παγκοσμίως. Αποτελεί το παράγοντα που καθορίζει μεγάλο μέρος της ανταγωνιστικότητας και της συνολικής ασφάλειας μιας χώρας. Η διαίρεση του πλανήτη σε σφαίρες επιρροής όπως έχει ισχύσει ως σήμερα, βρίσκεται σε πορεία ανακατανομών και η ενέργεια θα είναι και πάλι αποφασιστικός παράγων.

Η εξίσωση της επάρκειας ενέργειας όμως, περιλαμβάνει την μάλλον «άβολη» παράμετρο της προστασίας του πλανήτη με μείωση των εκπομπών. Η κλιματική αλλαγή δεν μεταβάλλει τις προτεραιότητες εκείνων που την προκαλούν, παρά μόνο στον βαθμό που έχουν ως συμφέρον να υπάρχει μια διαρκής πηγή κέρδους από τον πλανήτη και τους κατοίκους του και άρα θα πρέπει να αποφευχθεί η μη αναστρέψιμη καταστροφή τους.

Όπως και στις πολεμικές συρράξεις εξάλλου, οι θάνατοι αποτελούν παραδειγματισμό για όσους επιβιώνουν, οι οποίοι παράλληλα μετατρέπονται σε πηγή κέρδους για τους νικητές, είτε αυτή εξαργυρώνεται σε υλικές απολαβές είτε σε εξουσία.

Cardia DEH

Εγκαταστάσεις μονάδας ΔΕΗ Καρδιάς – Νομός Κοζάνης

ΠΗΓΗ: Google Earth


[2]  European Commission, COM (2010) 2020 Final, Brussels, 3.3.2010

http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2010:2020:FIN:EN:PDF (21.5.2013)

[6]   Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας http://www.rae.gr/site/categories_new/electricity/national/general.csp (18.5.2013)

[7]   World Coal Association http://www.worldcoal.org/resources/coal-statistics/ (15.5.2013)

[15]   Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ http://www.naftemporiki.gr/finance/story/634029 (25.5.2013)

[21]  ΤΟ ΒΗΜΑ http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=514065 (24.5.2013)

Γ3. Ευρωπαϊκή Ένωση και Κλιματική Αλλαγή


Η ΕΕ είναι η πιο πρόσφατη μορφή της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) που ιδρύθηκε το 1950 και είχε ως στόχο να μην δαπανώνται οι «πολύτιμες» αυτές πρώτες ύλες σε πολέμους αλλά να τύχουν της δέουσας εκμετάλλευσης σε συνθήκες ειρήνης. Η αρχική εκδοχή της είναι ενδεικτική για τις πηγές πλούτου που διαθέτει ο πυρήνας της Ένωσης, για τα συμφέροντα που προασπίζει διαχρονικά και τα οποία  εξυπηρετεί η διεύρυνσή της.  

 Η ΕΕ όπως είδαμε, έχει επικυρώσει το Πρωτόκολλο του Κυότο και δεσμεύτηκε για την περίοδο 2013-2020. Στα πλαίσια των ευρωπαϊκών στρατηγικών για το 2020, στον τομέα της κλιματικής αλλαγής και της ενέργειας και πάντα με σκοπό την μείωση του κόστους από την αγορά καυσίμων το οποίο για το 2011 ανήλθε σε 388 δισεκατομμύρια ευρώ, έχει θέσει τους στόχους 20/20/20. Αυτοί μεταφράζονται σε 20% περιορισμό των εκπομπών σε σχέση με το 1990 για το σύνολο της ΕΕ, εξασφάλιση του 20% των αναγκών της σε ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές και μείωση της κατανάλωσης ενέργειας κατά 20% μέχρι το 2020[1].

 Οι στρατηγικές για την Ευρώπη του 2020 προβλέπουν επίσης «την έξοδο 20 εκατομμυρίων ανθρώπων από την φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό μέχρι το 2020», όμως τα περίπου 20 εκατομμύρια ανέργων στις χώρες της ευρωζώνης τον Μάρτιο 2013, αφήνουν περιθώρια ανησυχιών για τις πιθανότητες επιτυχίας στην επίτευξη των στόχων γενικότερα.

 Επειδή δε το 2020 «για τους περισσότερους επενδυτές είναι προ των πυλών», σύμφωνα με τις δηλώσεις της Επιτρόπου για την Κλιματική Δράση Κόνι Χέντεγκααρντ, η ΕΕ μέσω της Πράσινης Βίβλου και θέτοντας ερωτήματα επιδιώκει να καθορίσει μέσα στο 2013 στόχους για το 2030, με την «κοινωνία χαμηλού άνθρακα» να τοποθετείται στο 2050[2]

 Όλες οι χώρες μέλη της ΕΕ, όπως και σε άλλους τομείς, υποχρεούνται να ενσωματώσουν στην νομοθεσία τους κάποιους κοινούς κανόνες που αφορούν στην κλιματική δράση και στην προστασία της στοιβάδας του όζοντος.[3]

 Οι επιδόσεις των χωρών της ΕΕ ποικίλουν όπως φαίνεται στον επόμενο πίνακα, με χώρες όπως η Δανία, η Σουηδία και η Πορτογαλία να θεωρούνται από τις «καθαρότερες» στον τομέα των εκπομπών. Άλλες -από τις οποίες εξαιρούμε τις  «οικονομίες σε μεταβατικό στάδιο» Εσθονία, Πολωνία, Βουλγαρία, Λιθουανία όπως τις ορίζει το Πλαίσιο για την Κλιματική Αλλαγή του ΟΗΕ και την Ελλάδα που θα εξετάσουμε σε άλλο κεφάλαιο-, μεταξύ των οποίων η Ολλανδία, η Φινλανδία και η Αυστρία, καταλαμβάνουν πολύ χαμηλές θέσεις στον Δείκτη Απόδοσης Κλιματικής Αλλαγής (CCPI) 2013[4].
 
image001

[Η κατάταξη (αριστερά) είναι η θέση από 4 ως 61 που καταλαμβάνει η χώρα μεταξύ 58 εξεταζόμενων χωρών. Οι θέσεις 1-3 έμειναν κενές για το 2013 αφού καμμία χώρα δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις κατάταξης σε αυτές με τα κριτήρια που θα δούμε στο κεφάλαιο για την Ελλάδα.]

ΠΗΓΗ: Germanwatch-Climate Action Network Europe

  

Η ΕΕ εφαρμόζει από το 2005 το EU ETS, δηλαδή ένα «εσωτερικό» σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων το οποίο έχει επικριθεί εξαιτίας της αποτυχίας του να περιορίσει ουσιαστικά τις εκπομπές κι επιπλέον, το πλεόνασμα δικαιωμάτων ERU και CER που έχει συγκεντρώσει μέσω των μηχανισμών Καθαρής Ανάπτυξης CDM και Κοινής Εφαρμογής JI μεταξύ των χωρών μελών της, εξασφαλίζουν στις εταιρίες το δικαίωμα εκπομπών CO2 για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς καμμία προσπάθεια περικοπών[5].

Οι περίπου 12.000 ευρωπαϊκές βιομηχανικές μονάδες που συμμετέχουν στο σύστημα (κυρίως τσιμεντοβιομηχανίες, χαλυβουργίες, διυλιστήρια και μονάδες παραγωγής ηλεκτρισμού), δεν μπορούν σε αυτήν την οικονομική συγκυρία να αποκομίσουν κέρδη από τις δημοπρασίες των ETS λόγω της πτώσης των τιμών και του πλεονάσματος στις διεθνείς αγορές, μέρος των οποίων (κερδών) θα υποχρεούνταν να επενδύσουν σε τεχνολογίες χαμηλού άνθρακα[6]. Ούτε λόγος για να επενδύσουν ίδια κεφάλαια τα οποία δεν μπορούν να αποσβέσουν σε μια αγορά σε κρίση.

Παράλληλα έχουν να ανταγωνιστούν τις τιμές των προϊόντων από τις ρυπογόνες βιομηχανίες των απαλλαγμένων από την δέσμευση περιορισμού των εκπομπών και την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών αναπτυσσόμενων χωρών, οι οποίες έχουν στην διάθεσή τους ακόμα έναν παράγοντα ελαχιστοποίησης του κόστους –εκτός από την φθηνή εργασία, την οποία η ΕΕ δεν μπορεί ευθέως να υιοθετήσει και να εφαρμόσει σε όλες τις χώρες μέλη της.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέρριψε την απόσυρση δικαιωμάτων εκπομπών[7] τα οποία οι μεγάλες ευρωπαϊκές βιομηχανίες διακρατούν για να πουλήσουν όταν ανακάμψει το διεθνές χρηματιστήριο δικαιωμάτων εκπομπών και ανέστειλε τις δημοπρασίες τους, απόφαση που θεωρείται οτι σηματοδοτεί την αποτυχία του συστήματος EU ETS[8].

Αντί της απόσυρσης η Επιτροπή έχει επιλέξει την -εκλεκτική σύμφωνα με την υπόθεση που εξετάζει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο[9]– ανάπτυξη εμπορικών συνεργασιών κατά το δοκούν, με αναπτυσσόμενες χώρες όπως η Ινδία και η Κίνα -οι οποίες είναι πιθανόν να υποχρεωθούν με την σειρά τους στο εγγύς μέλλον, να περιορίσουν τις εκπομπές τους και να οδηγηθούν οι ίδιες στην απόκτηση ETS μέσω προγραμμάτων CDM. Ήδη η κινεζική αγορά άνθρακα μεθοδεύει την έκδοση εσωτερικών CER τα CCER (China CER) βάσει των οποίων τα προγράμματα που εκτελούνται από άλλες χώρες στην Κίνα και προορίζονται για την έκδοση Πιστοποιημένων Μειώσεων Εκπομπών (CER) θα μετατρέπονται σε CCER και έτσι θα μειωθεί το πλεόνασμα δικαιωμάτων και θα αυξηθούν οι τιμές στην παγκόσμια και ευρωπαϊκή αγορά[10].

 Οποιαδήποτε χώρα τόσο στενά «δεμένη με την ευρωζώνη» όσο η Ελλάδα, «μπορεί να γίνει πύλη για επενδύσεις μεταξύ Κίνας και Ευρώπης», όπως τόνισε ο πρωθυπουργός της κ. Σαμαράς σε ομιλία του στην Κίνα[11]. Λόγω όμως αδυναμίας της Ελλάδας να επενδύσει οτιδήποτε, οπουδήποτε στην τρέχουσα οικονομική πραγματικότητα, προφανώς οι ρυπογόνες χώρες που αποτελούν τροχοπέδη για την μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, θα αποτελέσουν άριστους προορισμούς επενδύσεων άλλων χωρών της ΕΕ σε πολλαπλά επίπεδα και τομείς.

 Παράλληλα είναι και πιθανοί αγοραστές ελληνικών επιχειρήσεων που θα αποκρατικοποιηθούν, αφού όπως ενημέρωσε ο πρωθυπουργός τους κινέζους επιχειρηματίες, μεταξύ των «κατάλληλων κινήτρων που εξυπηρετούν τις ανάγκες των επενδυτών», στους νόμους που ψηφίστηκαν, περιλαμβάνονται: «Η απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας και η απλούστευση περιβαλλοντικών αδειοδοτήσεων».

Η μέθοδος του -εικονικού όπως αποδείχθηκε- περιορισμού των εκπομπών μέσω της σκόπιμης μείωσης παραγωγής, της μετεγκατάστασης βιομηχανιών σε αναπτυσσόμενες χώρες και της εισαγωγής  φθηνών προϊόντων που εφαρμόστηκε στην -παλαίμαχη των αποικιοκρατικών πολιτικών- Βρετανία, στην πραγματικότητα αύξησε αθροιστικά και εις βάρος των παγκόσμιων στόχων τις εκπομπές CO2[12], σύμφωνα με την έκθεση της Επιτροπής της Βουλής των Κοινοτήτων για την Κλιματική Αλλαγή και την Ενέργεια[13], ενώ αύξησε και το «αποτύπωμα άνθρακα» της χώρας, δηλαδή:

    τις εκπομπές από την καύση ορυκτών καυσίμων για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας,

    τις μεταφορές μαζί με την ναυσιπλοΐα και την αεροπλοΐα και την βιομηχανική παραγωγή·

    τις άμεσες εκπομπές από την θέρμανση κατοικιών και επιχειρήσεων·

    δραστηριότητες όπως η γεωργία, η δασοπονία και η διαχείριση αποβλήτων και

    οι εισαγόμενες εκπομπές που είναι ενσωματωμένες στην κατανάλωση εισαγόμενων αγαθών και υπηρεσιών.

Η Βρετανία έχει θέσει από το 2011 τον εξαιρετικά φιλόδοξο στόχο της μείωσης κατά 50% των εκπομπών της μέχρι το 2025, όμως ως ένας από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς «ενσωματωμένων εκπομπών», επικρίθηκε για την υποκριτική επίρριψη ευθυνών για την κλιματική αλλαγή σε χώρες όπως η Κίνα, πίσω από την οποία διασφαλίζει την δική της υψηλή κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών[14].

 Η επόμενη 19η Διάσκεψη Κορυφής του ΟΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή τον Οκτώβριο 2013, θα πραγματοποιηθεί στην Πολωνία, χώρα γνωστή ως μια από τις πλέον ρυπογόνες της ΕΕ, με τεράστια αποθέματα λιγνίτη (όπως η Ελλάδα) και φυσικού αερίου το οποίο σκοπεύει να εκμεταλλευτεί και η οποία έχει αιτηθεί από την ένταξή της, να της παρασχεθεί μεγαλύτερος χρόνος για να συμμορφωθεί με στόχους του 20/20/20, ενώ πρόσφατα αντιτάχθηκε στην υιοθέτηση του Οδικού Χάρτη για τις Μειώσεις των Εκπομπών μετά το 2020[15].

Ποικίλα και πολυεπίπεδα μέτρα και σταθμά παγκοσμίως και εντός της ΕΕ, πάντα ανάλογα με την διαπραγματευτική δύναμη της κάθε χώρας η οποία εξαρτάται από τον βαθμό ενεργειακής, παραγωγικής, οικονομικής και πολιτικής αυτάρκειας -ή επάρκειας.

Διαφεύγει της προσοχής των κυβερνήσεων, των βιομηχανιών και γενικότερα όσων τοποθετούν υπεράνω όλων τον πλουτισμό,  οτι ο πλανήτης και η ατμόσφαιρα δεν έχουν σύνορα και οτι η Γη είναι ένα ενιαίο περιβάλλον κι ένας ζωντανός οργανισμός. Η πλειοψηφία, το 99% κατά μια άποψη, των κατοίκων της Γης δεν αποκομίζει κανένα κέρδος από την καταστροφική εκμετάλλευσή της, παρά την ευρύτατη και βαθύτατη διαστρέβλωση των δεδομένων με σκοπό την δημιουργία αναγκών, εντυπώσεων και συμπερασμάτων.

Αντιθέτως, η ανθρώπινη ύπαρξη έχει κοινή μοίρα και ο ανθρώπινος πολιτισμός είναι αλληλένδετος με τον πλανήτη που μας φιλοξενεί και προς τον οποίο οφείλουμε σεβασμό.

  

(1)

image002

[Από τις παλαιές χώρες-μέλη της ΕΕ, οκτώ (μεταξύ τους και η Ελλάδα) έχουν ήδη υπερκαλύψει τους στόχους τους βάσει του Κυότο, ενώ επτά απέχουν ακόμη. Για την Ελλάδα, η στόχος του Πρωτοκόλλου του Κυότο είναι να περιορίσει στο 25% την αύξηση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου μεταξύ του «έτους βάσης» και της περιόδου 2008-2012. Το 2010 το επίπεδο των εκπομπών ήταν μόνο κατά 10,6% υψηλότερο από ότι το έτος βάσης (δηλαδή εντός του στόχου), εξέλιξη που σε κάποιο βαθμό πρέπει να αντανακλά και την υποχώρηση της οικονομικής


[3]  EC Climate Action http://ec.europa.eu/dgs/clima/acquis/index_en.htm (26.4.2013)

[4]  Germanwatch http://germanwatch.org/en/ccpi (14.5.2013)

[5]  Sandbag  http://www.sandbag.org.uk/ (15.5.2013)

[13]  House of Commons, Energy and Climate Change Committee http://www.publications.parliament.uk/pa/cm201012/cmselect/cmenergy/1646/1646.pdf (23.5.2013)