Σταματήστε τον αγωγό Keystone XL


Προς τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα και τον Υπουργό Εξωτερικών Τζον Κέρι:

Εμείς, οι πολίτες από όλο τον κόσμο, πήραμε θάρρος από τον Υπουργό Κέρι όταν δήλωσε πως η κλιματική αλλαγή είναι ίσως το πιο τρομακτικό όπλο μαζικής καταστροφής στον κόσμο και δεσμεύτηκε ότι οι ΗΠΑ θα παίξουν ηγετικό ρόλο στην αποτροπή της. Γι’αυτό τώρα σας καλούμε να δείξετε την ηγεσία που υποσχεθήκατε και να απορρίψετε την άδεια για την κατασκευή του αγωγού Keystone XL. Ο κόσμος σας καλεί να δράσετε — αυτό είναι ένα δημοψήφισμα για τον ηγετικό ρόλο που πρέπει να παίξετε στη σωτηρία του πλανήτη μας.

887,482 έχουν υπογράψει. Ας φτάσουμε 1,000,000

Αυτή τη στιγμή, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ετοιμάζεται να πάρει την πιο κρίσιμη, περιβαλλοντική απόφαση στην προεδρία του Ομπάμα — το αν θα εγκρίνει ένα κολοσσιαίο αγωγό ο οποίος θα μεταφέρει έως και 830.000 βαρέλια την ημέρα, του πιο βρώμικου πετρελαίου στον κόσμο, απ’τον Καναδά στις ΗΠΑ.
Αν εγκριθεί, ο αγωγός Keystone XL θα διοχετεύσει δισεκατομμύρια δολάρια στις τσέπες μιας χούφτας εταιρειών… αλλά και εκατομμύρια τόνους διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Γι’αυτό κι ο αγωγός έχει ονομαστεί “φιτίλι της μεγαλύτερης βόμβας διοξειδίου του άνθρακα στον πλανήτη”. Στο παρελθόν, η αντίδραση των πολιτών κατάφερε να καθυστερήσει τη κατασκευή και την περασμένη βδομάδα, μια δικαστική απόφαση επέφερε σοβαρό πλήγμα στα σχέδια. Τώρα, αν δράσουμε άμεσα και συλλογικά, μπορούμε να σταματήσουμε την κατασκευή του αγωγού μια για πάντα.
Ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζον Κέρι, αρμόδιος για τις σχέσεις της χώρας με τον υπόλοιπο κόσμο, έχει ανοίξει έναντελευταίο κύκλο δημόσιας διαβούλευσης ζητώντας τη γνώμη των πολιτών. Γνωρίζει καλά πως απ’αυτή την απόφαση θα κριθεί ο ρόλος των ΗΠΑ ως ηγετική δύναμη στον παγκόσμιο αγώνα κατά της κλιματικής αλλαγής. Ας μετατρέψουμε λοιπόν αυτή τη διαβούλευση σε ένα πραγματικά παγκόσμιο δημοψήφισμα, κατακλύζοντάς τη με ένα εκατομμύριο φωνές από κάθε χώρα του κόσμου και καλώντας τον Κέρι να σταματήσει τον αγωγό Keystone και να δείξει την ηγεσία που οι ίδιοι λένε πως χρειάζεται για τη σωτηρία του πλανήτη. Έχουμε μόνο λίγες μέρες μέχρι να κλείσει – υπόγραψε τώρα!
Advertisements

Κλιματική Αλλαγή-Συμπεράσματα


soilΟυδείς υποστηρίζει οτι η ενέργεια μπορεί ή πρέπει να παράγεται από μια μόνο πηγή και ομοίως η μείωση των ορυκτών καυσίμων δεν είναι δυνατόν να υποκατασταθεί από μια μόνο ανανεώσιμη πηγή και από την χρήση μιας μεθόδου περιορισμού των εκπομπών CO2.

Ωστόσο, το σύνολο σχεδόν των φορέων συμφωνούν οτι η κλιματική αλλαγή αποτελεί μια πραγματικότητα και εκόντες άκοντες αναζητούν, ερευνούν, εκπονούν, υιοθετούν, προαναγγέλλουν, νομοθετούν ή προβάλλουν λύσεις για την αντιμετώπιση και την σταθεροποίησή της.

 Τα προβλήματα στις οικονομίες των χωρών παγκοσμίως, μοιάζουν να έχουν λειτουργήσει αποτελεσματικότερα από τον φόβο για την απειλή της ζωής στον πλανήτη, στην λήψη αποφάσεων που αφορούν στην μείωση της κατανάλωσης ενέργειας και στην χρήση εναλλακτικών πηγών.

Η μετάβαση ωστόσο σε ενεργειακό μοντέλο χαμηλού άνθρακα, αφορά και πρέπει να απασχολεί τους πάντες, κυρίως εκείνους οι οποίοι είναι περισσότερο εκτεθειμένοι σε άμεσους κινδύνους από την κλιματική αλλαγή, δηλαδή τους απλούς ανθρώπους σε όλον τον κόσμο, τους πολίτες σε όλη την Γη, των οποίων το βασικό συμφέρον είναι η ποιότητα ζωής τους, όχι πλέον μέσω της υπερκατανάλωσης -ή της προσπάθειας να εξασφαλίσουν τους πόρους για να την επιτύχουν-, αλλά μέσω της βιωσιμότητας του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο φιλοδοξούν να ζήσουν οι ίδιοι και οι μελλοντικές γενιές.

Τα κέντρα αποφάσεων βρίσκονται πολύ μακριά ή ίσως πολύ κοντά στην καθημερινότητά τους, αφού η κατάχρηση των γήινων πόρων γίνεται με απώτερο στόχο τους ίδιους ως καταναλωτές αγαθών και υπηρεσιών και ως εκ τούτου ενέργειας. Κανένας δεν μπορεί να πουλήσει σε ανύπαρκτη αγορά και είναι -έστω και εν αγνοία τους- οι πολίτες, εκείνοι που μπορούν να θέσουν όρια στον καταναλωτισμό ως αιτίας της υπερεκμετάλλευσης και της κατάχρησης των πόρων που έχουν ως αποτέλεσμα τον κίνδυνο για την επιβίωση του πλανήτη και των κατοίκων του.

Η κατάργηση όλων των μορφών άνθρακα ως κυρίαρχου καυσίμου είναι εφικτή, ωστόσο τα κρατικά και ιδιωτικά συμφέροντα πίσω από την κατοχή, εξόρυξη, επεξεργασία, διακίνηση και πώλησή του υπερισχύουν των πιέσεων κυβερνητικών, μη κυβερνητικών και διακυβερνητικών φορέων οι οποίοι υποχρεώνονται σε συντηρητικές ή και μετριοπαθείς νομοθεσίες, μελέτες και εφαρμογές για την σταδιακή αποδέσμευση. Επιπλέον, η τεχνολογία όπως αναπτύχθηκε μετά την έναρξη της εκμετάλλευσης του άνθρακα, επίσης ήταν εξαρτημένη από τα ορυκτά καύσιμα και οι προσαρμοσμένες στις ΑΠΕ τεχνολογίες, όταν χρησιμοποιούνταν, δημιουργούσαν επιπλέον κόστος στο τελικό προϊόν. Η διεύρυνση της χρήσης τους όμως, έχει αποδειχθεί οτι θα αποσβέσει τις επενδύσεις και θα μειώσει το κόστος, ενώ το αντίστροφο είναι δυνατόν να συμβεί στην αγορά άνθρακα η οποία θα συρρικνωθεί σταδιακά, κάτι που λέγεται ευκολότερα από όσο πραγματοποιείται.

 Είναι χαρακτηριστική, αν δεν είναι αποφασιστική, η στάση του αμερικανού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα στα περιβαλλοντικά ζητήματα και ιδιαίτερα στις αποφάσεις τις οποίες πιέζεται να πάρει ή να ματαιώσει, αφενός υπό την απειλή περισσότερων κλιματικών καταστροφών, αφετέρου υπό την επιρροή του ενεργειακού κατεστημένου της χώρας του.

Οι τυφώνες που έχουν πλήξει πολλές περιοχές των ΗΠΑ, με τον πιο πρόσφατο -συνηθισμένο για την περιοχή αλλά άνευ προηγουμένου σε ένταση και έκταση- Μουρ στην Οκλαχόμα και οι οποίοι αποδίδονται ευθέως στην κλιματική αλλαγή από τους επιστήμονες, αφορούν τις ζωές της πλειοψηφίας του κόσμου, δηλαδή τους ψηφοφόρους, όχι όμως τις αυτουργούς πετρελαϊκές εταιρίες, δηλαδή τους χρηματοδότες. Η υπερδύναμη βρίσκεται μπροστά στο δίλημμα: Κοινωνικές αποφάσεις ή τροφοδότηση του εθνικού προτύπου, δηλαδή υποστήριξη του κέρδους;

 Αν οι ΗΠΑ ή ο Ομπάμα ειδικά, ξεπεράσουν τον εαυτό τους, θα το δείξει η επικαιρότητα και η ιστορία, στο μεταξύ όμως, αναδυόμενες οικονομικές υπερδυνάμεις όπως η Κίνα, οι οποίες δεν προβάλλουν ούτε προφασίζονται κοινωνικό πρόσωπο και δεν ενδιαφέρονται να αποτελέσουν παγκόσμιο πρότυπο δημοκρατίας, διατηρούν ελευθερία κινήσεων στην υπερεκμετάλλευση, στην υπερ-επιβάρυνση της ατμόσφαιρας και στην υπερ-τροφοδότηση των δυτικών αγορών με τα αγαθά τα οποία οι ίδιες έχουν προπαγανδίσει ως απαραίτητα. Ο καταναλωτισμός γέννησε ένα τέρας, το οποίο υπό το καθεστώς κοινωνικών πιέσεων που αφορούν στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, καλείται να διαχειριστεί με πολιτικά μέσα.

Η ΕΕ, στην παρούσα φάση της, η οποία δεν είναι τυχαία ούτε συγκυριακή ωστόσο, μικρή πίεση μπορεί να ασκήσει σε περιβαλλοντικά θέματα, δεδομένου οτι η ίδια βρίσκεται μεταξύ σφύρας και άκμονος με τα οικονομικά προβλήματα να απειλούν τις στρατηγικές της σε όλους σχεδόν τους τομείς. Είναι εύλογο να παίρνει προτεραιότητα η ανεργία στις ευρωπαϊκές χώρες, όχι μόνο ως κοινωνικό αλλά πλέον και ως πολιτικό πρόβλημα. Διαχρονικά και φυσιολογικά η επιβίωση προηγείται της ευζωίας, όμως η κλιματική αλλαγή καθιστά δυσδιάκριτα τα μεταξύ τους όρια. Η ανάκαμψη θα επανέλθει μοιραία και η ΕΕ θα κληθεί τότε να γίνει σαφής στον προσανατολισμό και στις προτεραιότητές της.

Τα κινήματα για την κλιματική αλλαγή από την πλευρά τους, είχαν να παλέψουν επί δεκαετίες σε πολλαπλά μέτωπα εναντίον της βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων, χωρίς χαρισματικούς ηγέτες ούτε κεντρική οργάνωση.

 Η διοχέτευση προς την Κίνα των ορυκτών καυσίμων που εξορύσσονται στις ΗΠΑ και στον Καναδά και εντός των οποίων προκαλούν περιβαλλοντικές καταστροφές με διαρροές και ατυχήματα, κατέστησε εξόφθαλμη την υποκρισία των εταιριών -οι οποίες προέβαλαν στο παρελθόν την φθηνή ενέργεια ως άλλοθι για τις δραστηριότητές τους-, με αποτέλεσμα να αυξάνεται διαρκώς το πλήθος εκείνων που συντάσσονται με τα περιβαλλοντικά κινήματα και να ισχυροποιούνται οι πιέσεις προς τους πολιτικούς και τις κυβερνήσεις.

sunshineΣε επίπεδο καθημερινότητας, είναι αναπόφευκτοι οι αργοί ρυθμοί της μετάβασης σε έναν πιο «πράσινο» τρόπο ζωής, μέσα σε πόλεις και σε περιφέρειες που έχουν δομηθεί ή προσαρμοστεί για να καλύψουν τις ανάγκες παλαιότερων εποχών οι οποίες δημιούργησαν περιβαλλοντικά προβλήματα μεν, ωστόσο δεν σκιαζόταν από την υπερθέρμανση του πλανήτη αλλά κυριαρχούνταν από τον αγώνα για εξέλιξη, πρόοδο και -βέβαια- πλουτισμό και η μετάβαση καθυστερεί περαιτέρω σε χώρες με χαμηλούς ή ανύπαρκτους ρυθμούς ανάπτυξης ή και απαρχαιωμένης παιδείας.

Τα κτήρια, τα μεταφορικά μέσα, το νερό, το πράσινο και οι καλλιέργειες, τα απορρίμματα, η θέρμανση, οι καθημερινές οικιακές και επαγγελματικές δραστηριότητες, έχουν την σφραγίδα παρωχημένων νοοτροπιών και πρακτικών και βέβαια κοινωνικής παιδείας, η κλιματική αλλαγή ωστόσο πιέζει να αναθεωρηθούν.

Οι πρωτοβουλίες περιβαλλοντικών οργανώσεων, τοπικών και κυβερνητικών φορέων, εταιριών, μέσων μαζικής ενημέρωσης και βέβαια του εκπαιδευτικού προσωπικού (και σε λαμπρές περιπτώσεις χωρών, του εκπαιδευτικού συστήματος) διεθνώς, μόνο άσκοπες ή ευκαταφρόνητες δεν πρέπει να θεωρούνται. Εξυπηρετούν την εξάπλωση περιβαλλοντικής και οικολογικής συνείδησης, η οποία δεν μπορεί πλέον να επικοινωνείται κατ’ αποκλειστικότητα από -μικρά συνήθως- οικολογικά ή «πράσινα» πολιτικά κόμματα.

Η διάδοση των πληροφοριών που αφορούν το άμεσο, πλέον, μέλλον της ζωής στην Γη, εφοδιάζει τους ανθρώπους με στοιχεία κατάλληλα για την διαχείριση των πόρων στην καθημερινότητά τους, για την ουσιαστική βελτίωση της ποιότητας ζωής τους, για την υιοθέτηση σύγχρονης φιλοσοφίας στα θέματα περιβάλλοντος.

 Οι απόψεις διίστανται σχετικά με το κατά πόσον είναι αναστρέψιμη η κλιματική αλλαγή, ωστόσο, όποια θεωρία κι αν αποδεχθούμε, η αδράνεια, η αδιαφορία, η μη ανάληψη πρωτοβουλιών και πολύ περισσότερο η εμμονή σε έναν τρόπο ζωής ο οποίος έχει αποδειχθεί καταστροφικός, είτε θα επιταχύνουν το θεωρούμενο ως αναπόφευκτο ή θα μηδενίσουν τις πιθανότητες να επιτευχθεί η πιθανή αναστροφή του προβλήματος.  

Απλές, καθημερινές αλλαγές στις προτεραιότητες, όπως η προώθηση της χρήσης των ποδηλάτων μέσα στις πόλεις και η αντίστοιχη μείωση των μετακινήσεων με αυτοκίνητα, ο εκσυγχρονισμός των μέσων μαζικής μεταφοράς ώστε να εξυπηρετούν περισσότερους επιβάτες, η μετατροπή των παλαιών κτηρίων και οι περιβαλλοντικές προδιαγραφές των νεόδμητων, η γενικότερη και μεθοδευμένη μείωση στην κατανάλωση ενέργειας και η αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων με ΑΠΕ, ακόμα κι αν μοιάζουν σταγόνα στον ωκεανό των κλιματικών προβλημάτων τα οποία απαιτούν δραστικές και παγκόσμιες πρωτοβουλίες, δίνουν το μέτρο των απαιτήσεων των κοινωνιών.

 Στρατιές ανθρώπων οι οποίοι ασχολούνται θεωρητικά, νομικά και νομοθετικά, επαγγελματικά και επιχειρηματικά, επιστημονικά ή πρακτικά με την κλιματική κρίση, συμφωνούν οτι η γνώση, η βούληση και η δράση, από όπου κι αν προέρχονται, θα παράσχουν τις λύσεις· και τα εκατομμύρια ανθρώπων που έχουν πληγεί από τα φαινόμενα σε όλη την Γη, καταδεικνύουν μεν οτι δεν είναι πλέον νωρίς για να ενεργοποιηθούμε αλλά, όσο υπάρχουν άνθρωποι, δεν είναι αργά.

 

Νόαμ Τσόμσκι: Στην περίπτωση του περιβάλλοντος, δεν υπάρχει κανένας να μας διασώσει


Οι ντόπιοι όπου γης που αντιστέκονται στην εξόρυξη ορυκτών καυσίμων ηγούνται στη μάχη ενάντια στην κλιματική αλλαγή

noam chomsky in canada

«Καναδάς και ΗΠΑ είναι αφιερωμένοι στην προσπάθεια να εξάγουν κάθε σταγόνα υδρογονανθράκων απ’ όλη τη γη. Ο Καναδάς είναι, επίσης, αφιερωμένος στην καταστροφή άλλων χωρών με τις εξορυκτικές επιχειρήσεις του σε όλον τον κόσμο. Κινητήρια δύναμη είναι προφανώς το οικονομικό μοντέλο που βάζει πολλά δολάρια στις τσέπες των ανθρώπων οι οποίοι σχεδιάζουν και ελέγχουν την κοινωνία».
Αυτά, μεταξύ άλλων, είπε ο Νόαμ Τσόμσκι στη διάρκεια επίσκεψής του στο Μόντρεαλ πριν μια εβδομάδα, καθώς παραχώρησε συνέντευξη σε δημοσιογράφο του «Guardian» και σε καναδικό ραδιοφωνικό σταθμό, στις οποίες άσκησε κριτική στις ενεργειακές πολιτικές της κυβέρνησης του συντηρητικού πρωθυπουργού Στίβεν Χάρπερ.

«Η βιασύνη του Καναδά να εκμεταλλευτεί τα πετρελαϊκά πεδία και τα αποθέματα φυσικού αερίου, θα καταστρέψει το περιβάλλον. Είναι σαν να παίρνεις κάθε σταγόνα υδρογονάνθρακα από το έδαφος, είτε πρόκειται για φυσικό αέριο στο Νιου Μπρούνσβικ ή για πισσώδη άμμο στην Αλμπέρτα και να προσπαθείς να καταστρέψεις το περιβάλλον όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, χωρίς καν να αναρωτιέσαι για το πώς θα μοιάζει ο κόσμος ως αποτέλεσμα», είπε ο αμερικανός γλωσσολόγος και συγγραφέας.
«Όμως οι αυτόχθονες του Καναδά που εμποδίζουν την ανάπτυξη των ορυκτών καυσίμων, ηγούνται στη μάχη για την κλιματική αλλαγή», συνέχισε, αναφερόμενος στην αντίσταση των ιθαγενών καναδών και εκφράζοντας ανησυχία για την εισβολή βαριά οπλισμένων αστυνομικών στον καταυλισμό κατοίκων του Νιου Μπρούνσβικ.
«Αποτελεί ειρωνεία το γεγονός οτι οι αποκαλούμενοι «λιγότερο προηγμένοι» άνθρωποι, είναι εκείνοι που αναλαμβάνουν τον ηγετικό ρόλο στην προστασία όλων μας, ενώ οι πλουσιότεροι και οι ισχυρότεροι απ’ όλους, είναι εκείνοι που προσπαθούν να οδηγήσουν την κοινωνία στην καταστροφή».
Διατύπωσε την άποψη οτι οι προοδευτικοί «θα πρέπει να εργαστούν για την κλιματική αλλαγή στα πλαίσια των προσπαθειών τους για οργάνωση», αλλά με τρόπο που να δίνει έμφαση στο πώς η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής μπορεί να βελτιώσει και όχι να χειροτερέψει τις ζωές των ανθρώπων.
«Εάν πρόκειται για προφητεία καταστροφής, θα αμβλύνει τις αντιδράσεις -εγώ ο ίδιος θα απολαύσω ένα-δυο χρόνια ακόμα όσο υπάρχει ευκαιρία. Όμως, ως επίκληση για δράση, θα πρέπει να ενεργοποιεί. Όπως, για παράδειγμα: θέλετε τα παιδιά σας και τα εγγόνια σας να έχουν μια αξιοπρεπή ζωή;»
Υποστήριξε τις αρχές του κινήματος «απο-ανάπτυξης» που στοχεύει στη χαλιναγώγηση της υπερπαραγωγής και της υπερκατανάλωσης και επικαλέστηκε τις μαζικές μεταφορές, τις τοπικές καλλιέργειες και τη βελτίωση της ενεργειακής επάρκειας, ως χρήσιμες μορφές ανάπτυξης που μπορούν να μετριάσουν την κλιματική αλλαγή και να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής.
Ως «μείζον ζήτημα» πίσω από την κλιματική αλλαγή, ο Τσόμσκι εντόπισε τις ανεπάρκειες του συστήματος της αγοράς. «Οι αγορές είναι θανάσιμες, μόνο και μόνο επειδή αγνοούν τις επιδράσεις προς τα έξω, τις επιπτώσεις των συναλλαγών τους στο περιβάλλον», είπε. «Όταν στρέφεται στην παραγωγή ενέργειας, στις συναλλαγές της αγοράς, κάθε συμμετέχων αναρωτιέται: Τί μπορώ να κερδίσω απ’ αυτό; Δεν σκέφτεται ποιο είναι το κόστος για τους άλλους. Σε αυτήν την περίπτωση, το κόστος για τους άλλους είναι η καταστροφή τους περιβάλλοντος. Άρα, οι επιδράσεις προς τα έξω, δεν είναι ασήμαντες.»
Επισήμανε χαρακτηριστικά ότι, στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 2008, οι τράπεζες μπορούσαν «να ξεχάσουν την πίστη στις αγορές, να σπεύσουν γονυπετείς στην κυβέρνηση και να ζητήσουν διάσωση.
Στην περίπτωση του περιβάλλοντος, δεν υπάρχει κανένας να μας διασώσει».

«Όχι πλέον αδρανείς»

Η εκμετάλλευση του αργού πετρελαίου από τις αχανείς πισσώδεις εκτάσεις στην Αλμπέρτα του Καναδά, περιλαμβάνουν την εκσκαφή, τη μεταφορά και το διαχωρισμό του καυσίμου που υπάρχει σε παχύρρευστη μορφή αναμεμειγμένη με άμμο. Τα κοιτάσματα ορυκτών καυσίμων, που αποτελούν τη σοβαρότερη πηγή εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, προγραμματίζονται για τεράστια εκμετάλλευση, παρά τις διεθνείς επικρίσεις και διαμαρτυρίες. Τα συνολικά αποθέματά του σε αργό πετρέλαιο -περιλαμβανομένων των εδαφών πίσσας τα οποία υπολογίζονται σε περισσότερα από 1,5 τρισεκατομμύρια βαρέλια- τοποθετούν τον Καναδά στην τρίτη θέση παγκοσμίως μετά τη Σαουδική Αραβία και τη Βενεζουέλα.
Οι καταστροφικές για το περιβάλλον εξόρυξη, μεταφορά και καύση, σε συνδυασμό με τις σεισμικές δοκιμές για τον εντοπισμό και την άντληση των αποθεμάτων σχιστολιθικού αερίου (φυσικού αερίου εντός σχιστολιθικών γεωλογικών σχηματισμών), που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα, υποβαθμίζουν και θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή των κατοίκων του Καναδά και απειλούν το περιβάλλον παγκοσμίως.

Idle No More

Idle No More (Photo credit: dkantoro)

Idle No More (Photo credit: dkantoro)

Η κοινότητα Πρώτο Έθνος γηγενών Ελσιπογκτόγκ και Μίκμακ συνεχίζει επί μήνες τις διαμαρτυρίες εναντίον των ερευνών για το αέριο στην επαρχία του Νιου Μπρούνσβικ.
Στις αρχές Οκτωβρίου εκδόθηκε διαταγή που απαγόρευε τον αποκλεισμό της πρόσβασης στις εγκαταστάσεις τής -αμερικανικών συμφερόντων- εταιρίας SWN Resources Canada και κορυφώθηκε με την επέμβαση ισχυρής αστυνομικής δύναμης, τη σύγκρουση με τους διαμαρτυρόμενους και τη σύλληψη 40 ατόμων, στις 17 Οκτωβρίου. Οι συγκεκριμένες διαμαρτυρίες αποτελούν συνέχεια του κινήματος «Όχι Πλέον Αδρανείς» [Idle No More (βλ. http://www.idlenomore.ca)] το οποίο καλεί σε «ειρηνική επανάσταση», στην προστασία της πατρογονικής γης και σε εναντίωση στις αποικιοκρατικές πολιτικές. Δραστηριοποιήθηκε στα τέλη 2012 ως αντίδραση σε «πολυνόμους» που καταργούσαν περιβαλλοντικές προστασίες και προωθούσαν την εκμετάλλευση των ενεργειακών πηγών σε εδάφη αυτοχθόνων πληθυσμών.

Τα δύο άκρα του Καναδά

Η κυβέρνηση Χάρπερ, από το 2008, επιχειρεί να εμποδίσει τους κρατικά χρηματοδοτούμενους επιστήμονες να συνεργάζονται, να ανταλλάζουν και να δημοσιοποιούν πληροφορίες σχετικά με τις έρευνες για την κλιματική αλλαγή, την αλιεία και οτιδήποτε σχετίζεται με τα εδάφη της Αλμπέρτα και τον αμφιλεγόμενο πετρελαιαγωγό Keystone XL.
«Προτεραιότητα της κυβέρνησης, μοιάζει να είναι η απρόσκοπτη λειτουργία των επιχειρήσεων στα πετρελαϊκά εδάφη, ακόμα και με απόκρυψη των προβλημάτων ρύπανσης και με απομόνωση ερευνητών και επιστημόνων», σύμφωνα με τους «New York Times».
Επιπλέον, πιέζει τις ΗΠΑ για την έγκριση της διέλευσης του Keystone XL που θα μεταφέρει το αργό πετρέλαιο από την Αλμπέρτα σε διυλιστήρια στο Τέξας και στον Κόλπο του Μεξικού, απ’ όπου θα φορτώνεται προς εξαγωγή. Ωστόσο, ένα ευρύ περιβαλλοντικό και πολιτικό κίνημα υποστηρίζει οτι ο πρόεδρος Ομπάμα πρέπει να «ορθώσει το ανάστημά του» στα πετρελαϊκά συμφέροντα. Αλλά και ο αρχηγός των φιλελευθέρων Τζάστιν Τριντό, έχει υποστηρίξει δημοσίως την εκμετάλλευση των πετρελαϊκών εδαφών και τον αγωγό Keystone XL, ενώ παράλληλα «προσπαθεί να παρουσιάσει τους φιλελεύθερους ως το κόμμα που μπορεί να γεφυρώσει τα δύο άκρα -την εκμετάλλευση των ενεργειακών αποθεμάτων με το διάλογο για την κλιματική αλλαγή», σύμφωνα με τοπικά ΜΜΕ.

Νομπελίστες εναντίον ορυκτών καυσιμών

Ο Καναδάς, που βρίσκεται στις πρώτες θέσεις παγκοσμίως στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα,  αποσύρθηκε τον Δεκέμβριο 2012 από τις δεσμεύσεις της 2ης περιόδου (2013-2020) του Πρωτοκόλλου του Κιότο του ΟΗΕ για μείωση των εκπομπών, επικαλούμενος το κόστος για τους πολίτες του.
Όπως αποδεικνύεται, η «προστασία» αφορούσε στο κόστος που θα υφίσταντο οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες εξόρυξης και εκμετάλλευσης των αποθεμάτων και η καναδικών συμφερόντων κατασκευάστρια του αγωγού, Trans Canada.
Εξακολουθεί, ωστόσο, να υποχρεούται σε μείωση των εκπομπών κατά 17% από τα επίπεδα του 2005, μέχρι το 2020, όπως και οι ΗΠΑ, από τα οποία έχει επιτύχει μόνο 4,8% μέχρι το 2011, σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Στρατηγική Βιώσιμης Ανάπτυξης του Καναδά 2013-2016 που δημοσιεύτηκε στις αρχές Νοεμβρίου.
Με επιστολή προς τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Χοσέ Μανουέλ Μπαρόζο, 21 Νομπελίστες, μεταξύ των οποίων και ο νοτιοαφρικανός  αρχιεπίσκοπος, ακτιβιστής για τα ανθρώπινα δικαιώματα, Ντέσμοντ Τούτου, καλούν την Ευρωπαϊκή Ένωση να θεσπίσει νομοθεσία με την οποία το πετρέλαιο από τα πισσώδη εδάφη θα χαρακτηρίζεται περισσότερο ρυπογόνο από τις συμβατικές μορφές αργού πετρελαίου.
Σύμφωνα με το Reuters, υποστηρίζουν την αναγκαιότητα σχετικού νόμου επειδή «η εξόρυξη μη συμβατικών καυσίμων -όπως τα πετρελαϊκά εδάφη και το σχιστολιθικό αέριο- έχουν ιδιαίτερα καταστροφικές συνέπειες στην κλιματική αλλαγή».
Η ΕΕ έχει μεν εγκρίνει  απο το 2009 την -αόριστη- Οδηγία Πετρελαϊκής Ποιότητας με στόχο τη μείωση των εκπομπών αερίων από καύσιμα μεταφορών κατά 6% μέχρι το 2020, ωστόσο ο Καναδάς ασκεί πιέσεις επειδή «κάνει διάκριση εις βάρος του καναδικού πετρελαίου».
Η κάτοχος Νόμπελ Ειρήνης Τζόντι Γουίλιαμς δήλωσε οτι η κλιματική προστασία «οπωσδήποτε επηρεάζει την πιθανότητα να δημιουργήσουμε έναν ειρηνικό κόσμο».

Ελισάβετ Πετρίδου
ΠΗΓΗ: Εφημερίδα “Η Εποχή” Κυριακή 10.11.2013
Αναδημοσίευση απο: http://womaneveryday.wordpress.com/

Γ2. Πολιτικές για την Κλιματική Αλλαγή


Οι ΗΠΑ έχουν υπογράψει αλλά δεν έχουν επικυρώσει το Πρωτόκολλο, τον Δεκέμβριο 2010 ενώ η Ιαπωνία και η Ρωσία δήλωσαν την πρόθεσή τους να μην αναλάβουν δεσμεύσεις για την δεύτερη περίοδο. Ο Καναδάς είχε δηλώσει την πρόθεσή του από το 2011 και αποσύρθηκε τον Δεκέμβριο 2012 επικαλούμενος το κόστος των δεσμεύσεων για τους πολίτες του.

Το γεγονός οτι η κατασκευή του πετρελαιαγωγού Keystone XL είναι καναδικών συμφερόντων (ιδιοκτησία της εταιρίας Trans Canada),  έχει αφετηρία την συγκεκριμένη χώρα[1], έχει ήδη προκαλέσει οικολογικές καταστροφές από διαρροές, προβλέπεται να προσθέσει 27 εκατομμύρια τόνους αερίων θερμοκηπίου ετησίως στην ατμόσφαιρα και στην επέκταση της κατασκευής του που θα καταλήγει στον κόλπο του Μεξικού αντιτίθεται ένα μεγάλο περιβαλλοντικό κίνημα στις ΗΠΑ, δεν καταγράφεται ως τυχαίο[2].

Αυτονόητο είναι οτι αντίστοιχα συμφέροντα υπαγορεύουν τις πολιτικές και άλλων κυβερνήσεων ή/και των μεγάλων εταιριών οι οποίες επιβάλλουν αυτές τις πολιτικές, όπως η Exxon, της οποίας ο διευθύνων σύμβουλος Ρεξ Τίλερσον δήλωσε το περίφημο:
«Η φιλοσοφία μου είναι να κερδίζω χρήματα. Αν μπορώ να κάνω μια γεώτρηση και να κερδίσω χρήματα, αυτό θέλω να κάνω.» (II)
ExxonCEO

 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεσμεύτηκε στην από κοινού επίτευξη των ποσοτικών στόχων της 2ης περιόδου (μείωση 20%) για τις χώρες-μέλη της και επανέλαβε στην Ντόχα την «υπό όρους προσφορά της να προχωρήσει σε μείωση 30% μέχρι το 2010 σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, με την προϋπόθεση οτι άλλες ανεπτυγμένες χώρες θα δεσμευτούν σε συγκρίσιμες μειώσεις εκπομπών και οτι οι αναπτυσσόμενες χώρες θα συμβάλλουν δεόντως σύμφωνα με τις ευθύνες και τις αντίστοιχες δυνατότητές τους.»[3]

Η δήλωση της ΕΕ συνδέεται άμεσα αφενός μεν με την μη-συμμετοχή των πιο πάνω ανεπτυγμένων χωρών στην 2η δεσμευτική περίοδο και αφετέρου με την ανάγκη αναθεώρησης της κατάταξης των κρατών σε ανεπτυγμένα και αναπτυσσόμενα η οποία συζητήθηκε έντονα στην Ντόχα, αφού είναι πλέον σαφές οτι στο χρονικό διάστημα από την υπογραφή του Πρωτοκόλλου, άλλοτε αναπτυσσόμενες χώρες, έχουν πλέον ανεπτυγμένες οικονομίες κι επιβαρύνουν με υψηλές εκπομπές αερίων.

Για τον ίδιο λόγο οι ΗΠΑ επιδιώκουν να συνδέσουν την υπόσχεση για παροχή βοήθειας 100 δις δολάρια στον τομέα των κλιματικών έργων προς αναπτυσσόμενες χώρες, με την ανάληψη υποχρέωσης από την Κίνα να περικόψει τις εκπομπές της. Επιπλέον, όσον αφορά στην επίτευξη του στόχου της μείωσης των εκπομπών κατά 17% από τα επίπεδα του 2005 μέχρι το 2020 χωρίς πολιτικό και οικονομικό κόστος, ο Μπαράκ Ομπάμα πριν την επανεκλογή του είχε δηλώσει οτι δεν θα αναλάβει καμμία δράση για την κλιματική αλλαγή η οποία δεν θα βοηθάει ταυτοχρόνως και την οικονομία[4].

Στην Ντόχα αποφασίστηκε οτι μέχρι την Διάσκεψη του Παρισιού το 2015 θα μεθοδευτεί η προετοιμασία ώστε να είναι δυνατή η υπογραφή συμφωνίας μείωσης των εκπομπών και από τις αναπτυσσόμενες χώρες και να τεθεί σε ισχύ από το 2020.[5] 

Στις χώρες του «οικονομικού νότου» της ομάδας G77 του ΟΗΕ[6] που ιδρύθηκε το 1964 και είναι ο μεγαλύτερος διακυβερνητικός οργανισμός, συμπεριλαμβάνονται εκτός από την Κίνα, χώρες όπως η Βραζιλία, η Νότιος Αφρική, η Σιγκαπούρη, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ, η Ινδία. Στα πλαίσια του Πρωτοκόλλου του Κυότο, παρότι παρουσιάζουν υψηλά ποσοστά εκπομπών, δεν αναλαμβάνουν δεσμεύσεις για μείωσή τους και ενώ έχουν ανεπτυγμένες οικονομίες, περιλαμβάνονται στις χώρες προς τις οποίες οι ανεπτυγμένες θα πρέπει να παρέχουν οικονομική βοήθεια για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Στην παγκόσμια κατάταξη του 2010 για τις εκπομπές CO2 από την κατανάλωση ενέργειας, οι πιο πάνω αναπτυσσόμενες χώρες βρίσκονται σε υψηλές θέσεις, με την Κίνα στην 1η και την Ινδία στην 3η θέση. Οι ΗΠΑ βρίσκονται στην 2η θέση, η Ρωσία στην 4η, η Ιαπωνία στην 5η και ο Καναδάς στην 9η, ενώ η ΕΕ αν και δεν αξιολογείται ως σύνολο, βρίσκεται μετά τις ΗΠΑ βάσει των εκπομπών της σε εκατομμύρια τόνους CO2 [7] .

Οι ανεπτυγμένες χώρες, στην 38η σύνοδο κορυφής G8 τον Δεκέμβριο 2012 στο Καμπ Ντέιβιντ, αφού πρώτα ασχολήθηκαν με την «σημασία της παραμονής της Ελλάδας στην ευρωζώνη σεβόμενη τις δεσμεύσεις της», στην συνέχεια και στα θέματα ενέργειας και κλιματικής αλλαγής «συμφώνησαν οτι η ανάπτυξη της διεθνούς μετάβασης σε περιβαλλοντικά ασφαλείς, βιώσιμες, διασφαλισμένες και οικονομικά προσιτές πηγές ενέργειας, είναι απαραίτητη για την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη όσο και για την συνολική προσπάθεια για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.» Μεταξύ των προτεραιοτήτων που έθεσαν ωστόσο είναι και η «ενίσχυση της ετοιμότητας σχετικά με διαταραχές του ανεφοδιασμού σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο», ενώ περιορίστηκαν σε υποσχέσεις  για μείωση των βραχύβιων αερίων θερμοκηπίου όπως το μεθάνιο, η αιθάλη και οι υδροφθοράνθρακες (Climate and Clean Air Coalition)[8].

Είναι εύλογες οι αντιδράσεις των ΗΠΑ και της ΕΕ οι οικονομίες των οποίων βασίζονται στα ορυκτά καύσιμα και τις οποίες καλούνται να αναδιοργανώσουν, έναντι των κρατών τα οποία λειτουργούν ως ανταγωνιστικές οικονομίες αλλά δεν συμμετέχουν αναλόγως στις περικοπές εκπομπών αερίων και στην διάθεση κεφαλαίων για τα ταμεία προσαρμογής και αντιμετώπισης του ΟΗΕ. Ωστόσο, η πλειοψηφία των αναπτυσσομένων χωρών, δεν είναι βιομηχανικά ούτε οικονομικά ανεπτυγμένες, δεν επιβαρύνουν με εκπομπές αερίων και παραμένουν εξαρτημένες ενεργειακά και οικονομικά.

Από την θέσπισή του, το Πρωτόκολλο του Κυότο προέβλεπε, εκτός από τις δεσμεύσεις των Μελών για μείωση των εκπομπών τους σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, τις επενδύσεις στην προσαρμογή των υποδομών και την υιοθέτηση τεχνολογιών που να συνάδουν με τον περιορισμό της κλιματικής αλλαγής στο σύνολό της. Στα πλαίσια προγραμμάτων Μηχανισμών Καθαρής Ανάπτυξης (CDM), έθετε επίσης τους όρους για την παροχή σε αναπτυσσόμενες χώρες τεχνολογιών που να υποστηρίζουν την μείωση των εκπομπών τους, όπως αιολικά πάρκα και ηλιακούς συλλέκτες και την προστασία τους από μετεωρολογικά φαινόμενα, με αντάλλαγμα την απόκτηση από την ανεπτυγμένη χώρα που εμπλέκεται, Πιστοποιημένων Μειώσεων Εκπομπών (CER)[9], επιπλέον των ETS. Μια μονάδα CER ισούται με την μείωση εκπομπών ενός τόνου CO2.

Το πλαίσιο και η λογική της πρωτοβουλίας, βασίζεται στην ευθύνη που έχουν οι βιομηχανοποιημένες χώρες ως «δημιουργοί» του κλιματικού προβλήματος και παράλληλα λαμβάνει υπ’ όψιν τις οικονομικές τους δυνατότητες και την σχέση κόστους-κέρδους για όλες ανεξαιρέτως τις χώρες -ανεπτυγμένες ή αναπτυσσόμενες.

Με λιγότερο επίσημους όρους, οι ανεπτυγμένες χώρες μπορούν και δεσμεύονται να παράσχουν υποστήριξη σε τεχνολογία και τεχνογνωσία στις αναπτυσσόμενες, με απώτερο σκοπό την απόκτηση δικαιωμάτων εκπομπών αερίων ώστε να μην υποχρεωθούν να μεταβάλουν τις βιομηχανικές διαδικασίες τους. Η απόκτηση CER καταγράφεται στους στόχους των δεσμεύσεών τους ως μείωση των εκπομπών για τις ίδιες, οι αναπτυσσόμενες χώρες αποκτούν «καθαρές» τεχνολογίες και παραμένουν δυνητικές αγορές των βιομηχανικών προϊόντων, συνεχίζεται απρόσκοπτα η βιομηχανική παραγωγή και οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κι επιπλέον, τα δικαιώματα CER και ETS αποτελούν εμπορεύσιμο προϊόν στις διεθνείς αγορές.

Στην πορεία του, το σύστημα εμπορίας των δικαιωμάτων, έχει θεωρηθεί οτι κάθε άλλο παρά εξυπηρετεί τους σκοπούς για τους οποίους θεσπίστηκε, δηλαδή την μείωση των εκπομπών, την μετάβαση σε περιβαλλοντικά φιλικές τεχνολογίες και την σταθεροποίηση της κλιματικής αλλαγής[10]. Στην πραγματικότητα, ο όγκος των εκπομπών αυξάνεται με την απόκτηση από τις ανεπτυγμένες χώρες νέων δικαιωμάτων, άποψη που δεν φαίνεται να συμμερίζεται η UNFCCC στην σχετική έκθεση όπου διαπιστώνει ισχυρή ανάπτυξη του μηχανισμού CDM[11] λαμβάνοντας υπ’ όψιν τον υψηλό αριθμό των προγραμμάτων που έχουν καταχωρηθεί και μέσω των οποίων παρασχέθηκε ένα δισεκατομμύριο CER το οποίο βεβαίως μεταφράζεται σε αντίστοιχους τόνους CO2 οι οποίοι θα επιβαρύνουν την ατμόσφαιρα. (ΙΙΙ Παράρτημα)

Λόγω δε της υπερπροσφοράς CER στις διεθνείς αγορές μετά την μείωση παραγωγής εξαιτίας της οικονομικής κρίσης η οποία δημιούργησε περίσσεια ιδιαίτερα στην ΕΕ, θεωρήθηκαν και οικονομικά αναποτελεσματικά[12]. Η αγοραπωλησία τους δεν αποφέρει οικονομικό κέρδος, άρα οι εταιρίες δεν έχουν όφελος από την περικοπή των εκπομπών τους.

Ο συγκεκριμένος μηχανισμός, όπως και άλλοι, μπορεί να κριθεί εκ του αποτελέσματος, που είναι η συγκέντρωση CO2 στην ατμόσφαιρα του πλανήτη, η οποία έφθασε στην πρωτοφανή για την ιστορία της ανθρωπότητας συγκέντρωση των 400 σωματιδίων ανά εκατομμύριο στις 10 Μαΐου 2013, όπως έχουμε ήδη αναφέρει.

Η μείωση των εκπομπών CO2, η κλιματική αλλαγή, το αβέβαιο μέλλον του πλανήτη και το κόστος σε ανθρώπινες ζωές, αποτελούν μέριμνα των πολιτικών και των εταιριών, εάν και εφόσον αποφέρουν κέρδη. Η ανάγκη όμως για ουσιαστικές αποφάσεις γίνεται επείγουσα και πιθανόν γι’ αυτό η Διακυβερνητική Επιτροπή (IPCC) πλέον, αντί της αξιολόγησης των δεσμεύσεων που είχαν αναλάβει οι χώρες, θα αξιολογήσει τις διεθνείς πολιτικές για την κλιματική αλλαγή σε επιστημονικό, τεχνικό και κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο[13].

Είναι πλέον γνωστό οτι αρκετές αναπτυσσόμενες χώρες, μεταξύ των οποίων η Ινδία, η Κίνα και η Βραζιλία, έχουν αυξήσει τις εκπομπές τους ως αποτέλεσμα της ζήτησης των προϊόντων τους από τις ανεπτυγμένες χώρες, οι οποίες μέσω των εισαγωγών περιορίζουν τις δικές τους εμπομπές CO2[14], όπως θα δούμε και στην συνέχεια.

Οι σκοπιμότητες είναι οικονομικές και οι αποφάσεις πολιτικές, στο μεταξύ όμως, η Γη και η ζωή πάνω σε αυτήν απειλούνται από την υπερθέρμανση και την κλιματική αλλαγή.

 


 

[6] The Group of 77 at the United Nations http://www.g77.org/doc/members.html (11.5.2013)

[12]  Thomson Reuters Point Carbon http://www.pointcarbon.com/news/1.2098417 (14.5.2013)