Ιδιωτικοποίηση ΔΕΗ : Ποιός ωφελείται;


ÁÈÅÑÉÍÏËÁÊÊÏÓ ÅÃÊÁÉÍÉÁ ×ÁÔÆÇÄÁÊÇÓ ÁÈÁÍÁÓÏÐÏÕËÏÓ ÄÅÇΕπειδή (ξανα) τέθηκε το θέμα της ιδιωτικοποίησης της ΔΕΗ και (ξανα) λύσσαξαν οι γερμανοί, μια σημαντική παράμετρος και ένα από όσα έχουν περάσει αδιάβαστα ή/και θάφτηκαν τα προηγούμενα χρόνια:
Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 4.8.2009 (με πολλή πίεση από την Γερμανία λόγω συμφερόντων προφανώς) και στα πλαίσια της ελεύθερης ανταγωνιστικότητας, υποχρεώνει την Ελληνική Δημοκρατία, την μόνη που έχει δικαίωμα εξόρυξης λιγνίτη σε Δράμα, Ελασσόνα και Βεγόρα να μην εφοδιάζει κατ’ αποκλειστικότητα την ΔΕΗ και εάν δεν έχει λάβει προσφορές από άλλους παρόχους ενέργειας. Δεν γνωρίζουμε το καθεστώς για τις εξορύξεις λιγνίτη από άλλες περιοχές.
Αυτό σημαίνει ότι, τμήματα της ιδιωτικοποιημένης ΔΕΗ ή άλλες εταιρίες (π.χ. σουηδική Vattenfall που προμηθεύει περίπου τους πάντες, της Γερμανίας περιλαμβανομένης κι επιπλέον ενοχοποιείται ως μια από τις πιο ρυπογόνες στην Ευρώπη), θα μπορούν να υποβάλουν προσφορές για αγορά και χρήση του λιγνίτη εντός της χώρας, αφού η μεταφορά του δεν είναι δυνατή.

Η απόφαση βρίσκεται ακόμα στα ευρωπαϊκά δικαστήρια με απανωτές προσφυγές, αιτήσεις αναιρέσεων και ακυρώσεων, ακυρώσεις και παραπομπές, με αντιδίκους την Ελληνική Δημοκρατία και την ΔΕΗ αφενός και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αφετέρου.
Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη απόφαση, της 17.7.2014 (λογικά δεν υπάρχει μεταγενέστερη) καταλήγει:

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφασίζει:

1) Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ΔΕΗ κατά Επιτροπής (T‑421/09, EU:T:2012:450).

2) Αναπέμπει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3) Επιφυλάσσεται επί των δικαστικών εξόδων.

Η επιμονή και η “σπουδή” για την ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ, έχουν περισσότερες από μία ερμηνείες.
Η Ελληνική Δημοκρατία, πώς θα κινηθεί στο εξής στα ευρωπαϊκά δικαστήρια;

Υ.Γ. (26.2.2015): Σύμφωνα με νεότερες πληροφορίες, άμεσα και έμμεσα συνδεδεμένη με τις απαιτήσεις των ΗΠΑ για κυρώσεις Ρωσία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα προτείνει μεταξύ άλλων που -υποτίθεται ότι- ενισχύουν την ενεργειακή αυτάρκεια της ΕΕ την περαιτέρω ισχυροποίηση του Νόμου περί ανταγωνιστικότητας (Reuters).
To Euronews αποκαλύπτει σχέδιο δημιουργίας ενιαίας αγοράς ενέργειας που θα αφορούν σε προμήθεια ενέργειας, αγορά και κατανάλωση.
Μήπως, εντελώς τυχαία, το σχέδιο περιλαμβάνει και πιθανές μελλοντικές εξορύξεις (γενικώς λέμε) ενεργειακών πόρων;

Άλλα έγγραφα:
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα) της 20ής Σεπτεμβρίου 2012 (*)

Αναίρεση που άσκησε στις 30 Νοεμβρίου 2012 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου (Έκτο τμήμα) που εκδόθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 2012 στην υπόθεση T-421/09, ΔΕΗ – Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Υπόθεση C-554/12 P)

Περί ενέργειας,άνθρακα, καυσίμων και αποθεμάτων: Ε. Ενέργεια

Advertisements

Ε1. Ορυκτά καύσιμα και κλιματική αλλαγή #2


Η ΕΕ, λιγότερο πρόθυμη πλέον, λόγω της οικονομικής κρίσης, να επενδύσει σε τεχνολογίες χαμηλού άνθρακα και προκειμένου να παραμείνει εντός των πλαισίων εκπομπών του 2020, ερευνά από το 2010 την μείωση εκπομπών CO2 στην καύση άνθρακα και λιγνίτη μέσω των τεχνολογιών Δέσμευσης και Αποθήκευσης Άνθρακα (CCS) όπως ονομάζονται και εκσυγχρονισμού των εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας[1].

Επίσης, με βιομηχανική παραγωγή στα επίπεδα του 1990, όπως αποτιμά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «πολλά επενδυτικά σχέδια, ταλέντα και ιδέες, κινδυνεύουν να αχρηστευθούν εξαιτίας της αβεβαιότητας, της μειωμένης ζήτησης και της έλλειψης κεφαλαίων.» Ο εξ ανατολών κίνδυνος των αναδυομένων αγορών της Κίνας και της Ινδίας (αλλά όχι της Ρωσίας) πιέζει για ενίσχυση του ανταγωνισμού, ενώ παράλληλα η αύξηση του πληθυσμού της Γης, «κάνει επιτακτική την ανάγκη για εξεύρεση πηγών ενέργειας και ασκεί πιέσεις στο περιβάλλον», πάντα σύμφωνα με τα συμπεράσματα της ΕΕ όσον αφορά στον στόχο για την Ευρώπη του 2020. Ωστόσο, θεωρητικά τουλάχιστον και στα πλαίσια της φθηνής και επαρκούς ενέργειας, συνεχίζει την προσπάθεια για εφαρμογή των δεσμεύσεών της σε ολόκληρη την ΕΕ[2].

Με την οικονομική κρίση να διευκολύνει μεν τις μειώσεις των εκπομπών, να αποτρέπει δε την κερδοφορία και άρα τις επενδύσεις, τηρεί συντηρητική πολιτική σε εξαγγελίες και σε δεσμεύσεις, ενώ διατηρεί -για την ώρα- τον στόχο 20/20/20 ο οποίος εντάσσεται στις γενικότερες στρατηγικές της χωρίς ωστόσο να είναι άτρωτος σε αναθεωρήσεις και «αναδιπλώσεις».

Η Ελλάδα από την πλευρά της, διαθέτει 36% ενεργειακή επάρκεια από τα αποθέματά της σε λιγνίτη, τα οποία ανέρχονται περίπου σε 3.255 εκατομμύρια τόνους, ενώ εισάγει πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Το 2011 κατανάλωνε 343.000 βαρέλια πετρέλαιο ημερησίως (313.000 το 2012), εισήγαγε και κατανάλωσε περίπου 5 δις m³ φυσικό αέριο και κατανάλωσε περίπου 58 εκατομμύρια τόνους εγχώριου άνθρακα (λιγνίτη), ενώ οι εκπομπές CO2 της χώρας από την καύση ορυκτών καυσίμων, ήταν 91,3 εκατομμύρια τόνοι, δηλαδή περίπου το 2% στο σύνολο της Ευρώπης[3].

Η εγχώρια παραγωγή αργού πετρελαίου καλύπτει το 1% των αναγκών της. Από το σύνολο των εισαγωγών της το 34% προέρχεται από το Ιράν, το 31% από την Ρωσία, 14% από την Σαουδική Αραβία και 9% από το Ιράκ (2011). H κατά κεφαλήν κατανάλωση ενέργειας είναι 2,3 toe, δηλαδή 26.749 κιλοβατώρες στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι 4.300 kWh ηλεκτρισμού και είναι κατά 30% χαμηλότερη από τον μέσο όρο στην ΕΕ (3,5toe)[4].

Ο τομέας παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα, αποτελεί μονοπώλιο της ΔΕΗ αφού το μερίδιό της στην Ελληνική Αγορά Ηλεκτρικής Ενέργειας έφθασε τον Μάρτιο 2012 σε 99,4%[5].

Το μείγμα καυσίμου όπως το παραθέτει η εταιρία στους λογαριασμούς, αναλύεται ως εξής:

  2.2009-1.2010 12.2010-11.2011 12.2011-11.2012
Λιγνίτης 51,16% 46,16% 47,69%
Πετρέλαιο 10,56% 8,06% 8,20%
Φυσικό Αέριο 15,82% 24,82% 23,93%
Υδροηλεκτρική Ενέργεια 9,11% 7,44% 6,21%
Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργ. 6,14% 8,08% 10,55%
Διασυνδέσεις* 7,20% 5,42% 3,42%

*πρόκειται για τις διασυνοριακές/διακρατικές μεταφορές ηλεκτρικής ενέργειας[6]

Η σύνθεση έχει διαφοροποιηθεί από το 2010, όταν εμφανίστηκε η πληροφορία στους λογαριασμούς, προς την κατεύθυνση της αύξησης των ορυκτών καυσίμων (79,82% το 2013 έναντι 77,54% το 2009) με απλή μετάθεση από το πετρέλαιο και την εισαγόμενη ηλεκτρική ενέργεια, στο φυσικό αέριο. Αντίθετα η υδροηλεκτρική ενέργεια χρησιμοποιείται λιγότερο και το μερίδιό της μαζί με τις ΑΠΕ παραμένει στο 16,76% -περίπου ίδιο με του 2010-, το οποίο μακράν απέχει από το 40% μέχρι το 2020 που είχε αναγγείλει ο πρώην υπουργός στην Διάσκεψη Κορυφής του Ντέρμπαν.  

Η καύση λιγνίτη παράγει μεγαλύτερες ποσότητες CO2 ακόμα και από τον μαύρο άνθρακα (λιθάνθρακα) και η Ελλάδα είναι η 8η λιγνιτοπαραγωγός χώρα παγκοσμίως[7].Το σύνολο του ορυκτού χρησιμοποιείται από τους σταθμούς παραγωγής της ΔΕΗ. Υπάρχουν τεράστια αποθέματα κυρίως στην βόρεια Ελλάδα, ενώ έχει υπολογιστεί οτι μόνο το 30% των συνολικών αποθεμάτων έχουν εξορυχθεί. Ακόμα και με αύξηση της κατανάλωσης, τα αποθέματα θα είναι επαρκή για τουλάχιστον 40 χρόνια[8] .

Οι «παραδοσιακοί» ρυπαντές στην Ελλάδα ήταν και παραμένουν ο τομέας της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, δηλαδή η ΔΕΗ, οι τσιμεντοβιομηχανίες και οι εγκαταστάσεις των διυλιστηρίων.

Αρκετοί σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη συγκαταλέγονται μεταξύ των πλέον ρυπογόνων παγκοσμίως με κορυφαίο το εργοστάσιο Belchatow της Πολωνίας, η οποία μοιράζεται τις θέσεις στις πιο «βρώμικες» χώρες, κυρίως με την Ελλάδα. Δύο από τις μονάδες της ΔΕΗ -του Αγίου Δημητρίου και της Καρδιάς- βρίσκονταν μεταξύ των 30 πιο ρυπογόνων της Ευρώπης το 2008 και το 2009 [9] (VII).

(VII)  ΟΙ ΠΙΟ ΡΥΠΟΓΟΝΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΓΙΑ ΤΟ 2006

image002 

Εξάλλου όπως λέει ο υπεύθυνος από το ΥΠΕΚΑ: «Η Ελλάδα για τα θέματα του μετριασμού των εκπομπών, εδώ και αρκετά χρόνια έχει ξεκινήσει ένα πρόγραμμα για την ανάπτυξη των ΑΠΕ και την μείωση των εκπομπών και κατά κύριο λόγο προέρχονται από την ΔΕΗ.  Πρέπει να γίνει βαθμιαία μετατροπή αλλά όλα αυτά δεν γίνονται από την μια στιγμή στην άλλη. Τώρα, αν η ΔΕΗ έχει κάνει όσα χρειάζονταν όλα αυτά τα χρόνια, αυτό είναι μια άλλη ιστορία, όμως το οτι από το τέλος του 2009 η ΔΕΗ και ο τομέας της ενέργειας ανήκουν στο ίδιο Υπουργείο είναι θετικό γιατί μπορούν να γίνουν πιο εύκολα οι σχεδιασμοί.»

Όσον αφορά στο κατά πόσο είναι δυνατόν να μην χρησιμοποιεί λιγνίτη η ΔΕΗ διευκρινίζει οτι: «Δεν είναι τόσο απλό. Τα αποθέματα είναι πολλά. Η διαδικασία αυτή δυστυχώς έχει επιπτώσεις από πλευράς αερίων θερμοκηπίου άρα είμαστε υποχρεωμένοι από το 20/20/20 να κάνουμε κάποια βήματα για να πιάσουμε τους στόχους.»

 Η ελληνική ηλεκτροπαραγωγός εταιρία, έχει αντιμετωπίσει επικρίσεις για την επιβάρυνση του περιβάλλοντος από τις μονάδες της αλλά και για το αποκλειστικό δικαίωμα στην εξόρυξη λιγνίτη, βάσει του οποίου απολαμβάνει μονοπωλιακή θέση στην αγορά ενέργειας, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία το 2009 είχε εκδώσει σχετική απόφαση «διόρθωσης» της παραβίασης των κανόνων ανταγωνισμού από την Ελληνική Δημοκρατία[10].

Η ΔΕΗ, υποστηριζόμενη από την Ελληνική Δημοκρατία,  προσέφυγε στο Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ το οποίο ακύρωσε τον Σεπτέμβριο 2012[11] την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η οποία με την σειρά της, τον Νοέμβριο 2012 άσκησε αίτηση αναίρεσης της απόφασης του δικαστηρίου[12].

Η Επιτροπή εμφανίζεται να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τα δικαιώματα χρήσης του λιγνίτη από την ΔΕΗ και για τον ανταγωνισμό ο οποίος «εμποδίζεται» από τις αποφάσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας με τις οποίες παρέχει δικαιώματα εξόρυξης στην ιδιοκτησίας ελληνικού δημοσίου εταιρία. Η εταιρία προσβλέπει στην απελευθέρωση της αγοράς, αφενός επειδή υφίσταται περιορισμούς (επιλογή καυσίμου, λειτουργία ή παύση μονάδων κ.ά.) που αυξάνουν το κόστος παραγωγής, αφετέρου για να διαμορφώνει ελεύθερα το τιμολόγιο λιανικής (σύμφωνα και με το Μνημόνιο)[13]

 Στο μεταξύ η υποψήφια για αποκρατικοποίηση ΔΕΗ, με κοινοπρακτικό δάνειο 700 εκατ. ευρώ από την γερμανική αναπτυξιακή τράπεζα KfW IPEX Bank το οποίο εγκρίθηκε από τον Γερμανικό Οργανισμό Ασφάλισης Εξαγωγικών Πιστώσεων Euler-Hermes[14], ήδη προχώρησε τον Μάρτιο 2013 στην υπογραφή συμφωνίας με την κατασκευαστική εταιρία ΤΕΡΝΑ ΑΕ, η οποία σε συνεργασία με γερμανικές εταιρίες ανέλαβε την δημιουργία της νέας λιγνιτικής μονάδας ηλεκτροπαραγωγής «Πτολεμαΐδα V», αξίας περίπου 1,4 δις ευρώ[15] [16].

Η ίδια τράπεζα χρηματοδοτεί τις εξορύξεις λιγνίτη στην πόλη Κολουμπάρα, Σερβία, -η γερμανική κατασκευαστική Thyssen Krupp θα προμηθεύσει το μηχάνημα εκσκαφής έναντι 31 εκατ. ευρώ- ενώ εμπλέκεται σε χρηματοδοτήσεις εννέα μονάδων παραγωγής ενέργειας και τέσσερα έργα στον τομέα της εξόρυξης άνθρακα σε Νότιο Αφρική και Ινδία[17].

Η KfW έχει επικριθεί από γερμανικές και διεθνείς περιβαλλοντικές οργανώσεις επειδή εντός Γερμανίας υποστηρίζει επενδύσεις περιβαλλοντικής κατεύθυνσης για την ενεργειακή μετάβαση της χώρας και γενικότερα προβάλλει «πράσινο» προφίλ, ενώ ταυτοχρόνως χρηματοδοτεί έργα στο εξωτερικό, τα οποία επιβαρύνουν το τοπικό περιβάλλον και συμβάλλουν στις εκπομπές CO2 και στην κλιματική αλλαγή[18].

Η ενέργεια απασχόλησε την Διάσκεψη Κορυφής της ΕΕ τον Μάιο 2013, ως θέμα που συνδέεται άμεσα με την οικονομική κρίση. Η σκοπίμως ακριβή ενέργεια του παρελθόντος -όπως παραδέχθηκε ο Επίτροπος ενέργειας Γκίντερ Έτινγκερ -αποτελεί πλέον πρόβλημα για τους φτωχούς αλλά επίσης απομακρύνει τις βιομηχανίες από την Ευρώπη με συνέπεια την απώλεια θέσεων εργασίας, ενώ εκφράστηκε η άποψη οτι υπερεκτιμάται το ζήτημα των κλιματικών πολιτικών. Θεωρητικά τουλάχιστον και σύμφωνα με την Επίτροπο για την Κλιματική Αλλαγή η Ευρώπη δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε καταστάσεις ατμοσφαιρικής ρύπανσης εξαιτίας του άνθρακα, του δικού της παρελθόντος και του παρόντος χωρών όπως η Κίνα, θέση με την οποία φαίνεται να συμφωνεί ο πρόεδρος των Πρασίνων Ντάνιελ Κον- Μπεντί.[19]

Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Χέρμαν φαν Ρομπέι, στην έκτακτη Σύνοδο Κορυφής της 22 Μαΐου, προειδοποίησε για τον ανταγωνισμό σε φθηνή ενέργεια από τις ΗΠΑ, ενώ οι αρχηγοί έδωσαν βαρύτητα στα θέματα της φοροδιαφυγής, σε βάρος αυτών που αφορούν στο περιβάλλον και στην κλιματική αλλαγή[20].

Ενδεικτικές των αποφάσεων που θα ακολουθούσαν, αποτέλεσαν οι θέσεις του έλληνα πρωθυπουργού στην Κίνα λίγες μέρες νωρίτερα, ως «φέροντα» τις θέσεις της ΕΕ στην Ασία αλλά και η ικανοποίηση που εξέφρασε μετά την σύνοδο λέγοντας: «Τέλος, περιλήφθηκε για πρώτη φορά ρητή αναφορά στην έρευνα και στην εκμετάλλευση των εγχώριων ενεργειακών πόρων της Ευρώπης, πράγμα που ενδιαφέρει ιδιαίτερα την Ελλάδα και την Κύπρο, καθώς -το είπα ξεκάθαρα- υπάρχουν πολύ ισχυρές ενδείξεις για ύπαρξη σοβαρών ενεργειακών κοιτασμάτων στην Ελληνική υφαλοκρηπίδα, όπως βρέθηκαν ήδη και αξιοποιούνται τέτοια κοιτάσματα στην Κυπριακή υφαλοκρηπίδα» ενώ δεν παρέλειψε να αναφερθεί στην δημιουργία του αγωγού φυσικού αερίου ΤΑΡ (Trans-Adriatic Pipeline), από το Αζερμπαϊτζάν[21].

Όπως μας είπε χαρακτηριστικά πριν τις διασκέψεις ο υπεύθυνος του ΥΠΕΚΑ εξάλλου:

«Θέλουμε την προστασία του περιβάλλοντος αλλά να μην διαλύσουμε την οικονομία χωρίς να πετύχουμε τίποτα», ενώ χρησιμοποίησε ως παράδειγμα, μια συζήτηση που θα ξεκινήσει σε λίγους μήνες στην ΕΕ για τις εκπομπές των πλοίων για την οποία τόνισε οτι:

«Αν οι στόχοι μπουν μόνο για τα κοινοτικά πλοία, εμείς ως Ελλάδα που έχουμε τεράστια συμφέροντα στο θέμα της ναυτιλίας και ταυτόχρονα θέλουμε την προστασία του περιβάλλοντος, λέμε να τεθούν μεν στόχοι αλλά μέσω του ΙΜΟ του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού για να γίνει παγκόσμια. Γιατί αν πούμε οτι τα κοινοτικά πλοία πρέπει να έχουν προδιαγραφές και οι άλλοι δεν έχουν, οι πλοιοκτήτες είναι επόμενο οτι μπορεί να αλλάξουν σημαία. Άρα τι θα κερδίσουμε μ’ αυτό; Χάνουμε ένα κομμάτι της οικονομίας μας αλλά περιβαλλοντικά δεν θα κερδίσουμε τίποτα.»

Μια σειρά από παράγοντες επηρεάζουν τις αποφάσεις των εθνικών, ευρωπαϊκών και διεθνών θεσμικών οργάνων. Ως εκ τούτου και σύμφωνα πάντα με το Υπουργείο, «γίνονται προσπάθειες όχι μόνο μέσα στην ΕΕ αλλά και στον ΟΗΕ. Η θέση της Ελλάδας δεν είναι κατά των μέτρων αλλά πρέπει να γίνονται όλα με μια διαδικασία που να ευνοεί την παγκόσμια εφαρμογή, διαφορετικά δεν κερδίζουμε τίποτα.»

Εννοεί προφανώς οτι η Ελλάδα θα ασκήσει πιέσεις και μάλιστα σε διεθνές επίπεδο, για να προασπίσει τα εθνικά της συμφέροντα.

Η επάρκεια σε φθηνή ενέργεια παραμένει το ιερό δισκοπότηρο των βιομηχανιών, των πολιτικών και των συν αυτοίς συμφερόντων παγκοσμίως. Αποτελεί το παράγοντα που καθορίζει μεγάλο μέρος της ανταγωνιστικότητας και της συνολικής ασφάλειας μιας χώρας. Η διαίρεση του πλανήτη σε σφαίρες επιρροής όπως έχει ισχύσει ως σήμερα, βρίσκεται σε πορεία ανακατανομών και η ενέργεια θα είναι και πάλι αποφασιστικός παράγων.

Η εξίσωση της επάρκειας ενέργειας όμως, περιλαμβάνει την μάλλον «άβολη» παράμετρο της προστασίας του πλανήτη με μείωση των εκπομπών. Η κλιματική αλλαγή δεν μεταβάλλει τις προτεραιότητες εκείνων που την προκαλούν, παρά μόνο στον βαθμό που έχουν ως συμφέρον να υπάρχει μια διαρκής πηγή κέρδους από τον πλανήτη και τους κατοίκους του και άρα θα πρέπει να αποφευχθεί η μη αναστρέψιμη καταστροφή τους.

Όπως και στις πολεμικές συρράξεις εξάλλου, οι θάνατοι αποτελούν παραδειγματισμό για όσους επιβιώνουν, οι οποίοι παράλληλα μετατρέπονται σε πηγή κέρδους για τους νικητές, είτε αυτή εξαργυρώνεται σε υλικές απολαβές είτε σε εξουσία.

Cardia DEH

Εγκαταστάσεις μονάδας ΔΕΗ Καρδιάς – Νομός Κοζάνης

ΠΗΓΗ: Google Earth


[2]  European Commission, COM (2010) 2020 Final, Brussels, 3.3.2010

http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2010:2020:FIN:EN:PDF (21.5.2013)

[6]   Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας http://www.rae.gr/site/categories_new/electricity/national/general.csp (18.5.2013)

[7]   World Coal Association http://www.worldcoal.org/resources/coal-statistics/ (15.5.2013)

[15]   Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ http://www.naftemporiki.gr/finance/story/634029 (25.5.2013)

[21]  ΤΟ ΒΗΜΑ http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=514065 (24.5.2013)

Ε1. Ορυκτά καύσιμα και κλιματική αλλαγή #1


Τα ορυκτά καύσιμα όπως είδαμε, αποτέλεσαν την βάση της βιομηχανικής επανάστασης και κυριολεκτικά την κινητήρια δύναμη του δυτικού πολιτισμού όπως τον γνωρίζουμε σήμερα.

Ταυτόχρονα όμως με την χρήση, δηλαδή την καύση των ορυκτών καυσίμων και την εξέλιξη που επέφερε, οι άνθρωποι άνοιξαν το κουτί της Πανδώρας για το περιβάλλον και απελευθέρωσαν την μάστιγα του CO2.

Η παραγωγή CO2 οφείλεται στο μεγαλύτερο ποσοστό της στην καύση ορυκτών καυσίμων, των ίδιων που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι στην καθημερινή ζωή τους, στην θέρμανση, στις μεταφορές (χερσαίες, θαλάσσιες και εναέριες), στις βιομηχανίες και βέβαια για την παραγωγή ηλεκτρισμού.

Τα ορυκτά καύσιμα κατά την καύση τους, παράγουν επίσης θειικά, ανθρακικά και νιτρικά οξέα, ραδιενεργά υλικά, σωματίδια με την μορφή τέφρας και βέβαια CO2[1].

Οι κυβερνήσεις υπογράφουν συμφωνίες και πρωτόκολλα, όμως δεν διαφαίνεται καμμία διάθεση και προοπτική διαφοροποίησης του ενεργειακού μοντέλου.

Η ενεργειακή επάρκεια ίσως να αποτελεί το ύψιστο αγαθό/συμφέρον το οποίο επιδιώκουν να εξασφαλίσουν οι κυβερνήσεις, οι μεγάλες εταιρίες, οι χώρες. Τα αποθέματα και οι τιμές των καυσίμων, έχουν γίνει η αιτία συγκρούσεων και πολέμων, συμφωνιών και πολιτικών χειρισμών.

Οι διάφορες μορφές άνθρακα (κάρβουνο, λιγνίτης), το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο χρησιμοποιούνται για την παραγωγή σχεδόν του 90% της ενέργειας παγκοσμίως και συνολικά η χρήση τους δεν προβλέπεται να μειωθεί σημαντικά στο μέλλον, όσο αυξάνεται η ζήτηση ενέργειας. Παρά την ανησυχία των κυβερνήσεων για την ενεργειακή τους επάρκεια, την συμβολή του CO2 στην κλιματική αλλαγή και την υιοθέτηση της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, οι προβλέψεις για έναν χρονικό ορίζοντα 20ετίας, εμφανίζουν αύξηση σε όλες ανεξαιρέτως τις μορφές ενέργειας, όπως δείχνει το πιο κάτω διάγραμμα.  

 Η ζήτηση για ενέργεια προβλέπεται οτι θα αυξηθεί, ιδιαίτερα από αναπτυσσόμενες χώρες μη-μέλη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) -μέλος του οποίου είναι η Ελλάδα-, στην πορεία τους προς την εντατικοποίηση της βιομηχανικής παραγωγής, σε αντίθεση με τις χώρες-μέλη των οποίων η ανάπτυξη δεν αναμένεται να επανέλθει στα επίπεδα πριν την οικονομική κρίση, ως ένα βαθμό σκοπίμως.

Οι ταραχές στην Μέση Ανατολή και στην Αφρική, η κλονισμένη εμπιστοσύνη στα πυρηνικά εργοστάσια μετά την διαρροή εξαιτίας του σεισμού στην Φουκουσίμα και η προσδοκία για ανάκαμψη των ευρωπαϊκών βιομηχανιών, μεταξύ άλλων παραγόντων, αυξάνουν τις τιμές του πετρελαίου αναλογικά προς την αναμενόμενη ζήτηση και την απρόσκοπτη διάθεσή του. Το πετρέλαιο δηλαδή, αναμένεται να αποτελέσει ασύμφορο καύσιμο ως προς τις τιμές του, απαραίτητο ωστόσο σε τομείς όπως οι μεταφορές.

Το φυσικό αέριο αυξάνει το ποσοστό συμμετοχής του ως πηγή ενέργειας και παράλληλα αυξάνεται η άντληση/παραγωγή του, ενώ επιπλέον θεωρείται οτι εμφανίζει μικρότερη συμμετοχή/επιβάρυνση στις εκπομπές CO2.

Τα στερεά ορυκτά καύσιμα (άνθρακας, λιγνίτης) αναμένεται να αποτελέσουν την κύρια πηγή ενέργειας στην Κίνα και στην Ινδία οι οποίες διαθέτουν μεγάλα αποθέματα και επειδή δεν δεσμεύονται προς το παρόν από συμφωνίες για μείωση των εκπομπών τους[2].

Αλλά και στην ΕΕ, ο λιθάνθρακας και ο λιγνίτης αποτελούν το 80% των αποθεμάτων της σε ορυκτά καύσιμα και αρκετές χώρες της θα χρειαστεί να εκμεταλλευτούν τα αποθέματά τους προκειμένου να ενισχύσουν την ενεργειακή τους επάρκεια και να μειώσουν τα κόστη από την εισαγωγή πετρελαίου.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η «επιτακτική ανάγκη για περιορισμό των εκπομπών GHG, η διαχείριση της περιφερειακής ατμοσφαιρικής ρύπανσης και η ανάγκη για ταχεία ανάπτυξη προμηθειών ενέργειας χαμηλού ή/και μηδενικού άνθρακα» που αναγνώριζε το Παγκόσμιο Συμβούλιο Ενέργειας το 2009[3] εκφράζεται το 2011[4] με το κομψό μεν, μετριοπαθές περιβαλλοντικά δε: «Άμβλυνση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων με την εξασφάλιση της επάρκειας σε προσφορά και ζήτηση και την ανάπτυξη του ενεργειακού εφοδιασμού από ανανεώσιμες και άλλες πηγές χαμηλού άνθρακα». 

 Στο ζητούμενο των ενεργειακών πολιτικών μεταξύ ενεργειακής επάρκειας και προσιτής οικονομικά ενέργειας, συνυπολογίζεται και η πυρηνική ενέργεια, την οποία κάποιες χώρες είναι αποφασισμένες να συνεχίσουν να παράγουν (Γαλλία, Ελβετία, ΗΠΑ, Βρετανία, Κίνα) ενώ άλλες σκοπεύουν να αναπτύξουν (Πολωνία, Ινδία, Νότια Κορέα, Ουκρανία). Η Γερμανία η οποία παρήγαγε το ένα τέταρτο του ηλεκτρισμού της από πυρηνικά εργοστάσια τα οποία καταργεί σταδιακά από το 2011 όπως είχε εξαγγείλει, θα χρειαστεί να εκμεταλλευτεί τα μεγάλα αποθέματά της σε στερεά ορυκτά καύσιμα, αφού μόνο μικρή ενεργειακή επάρκεια μπορεί να εξασφαλίσει από ΑΠΕ[5].

Τυχόν δίλημμα μεταξύ των δύο, αφενός μεν είναι πλαστό όπως όλα τα διλήμματα μεταξύ δύο μη συγκρίσιμων «κακών» τα οποία αποτελούν την συνήθη, ευθεία ή μέσω προπαγάνδας, πρακτική των κατεστημένων πολιτικών, αφετέρου έχει ήδη απαντηθεί και ακυρωθεί επιστημονικά, περιβαλλοντικά, ενεργειακά, οικονομικά, κοινωνικά και -κυρίως- ηθικά[6],[7].

(1)    ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΑΝΑ ΚΑΥΣΙΜΟ

image001ΠΗΓΗ: U.S. Energy Information Administration
Το 2011, οι ΗΠΑ εισήγαγαν περίπου 9 εκατομμύρια βαρέλια πετρέλαιο ημερησίως και η Κίνα περίπου 4,6 εκατομμύρια, η Γερμανία 2,2 και η Γαλλία 1,7. Από τις μεγαλύτερες καταναλώτριες χώρες, η Ρωσία, η Σαουδική Αραβία, η Βραζιλία, ο Καναδάς, το Μεξικό, το Ιράν και η Βρετανία έχουν παραγωγή που καλύπτει ή υπερκαλύπτει την κατανάλωσή τους, η Κίνα καταναλώνει διπλάσια από την παραγωγή της και οι: Ιαπωνία, Ινδία, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, δηλαδή τρεις χώρες της ΕΕ, εισάγουν το σύνολο του πετρελαίου που καταναλώνουν, σύμφωνα με τον πιο κάτω πίνακα. 
                                        ΚΟΡΥΦΑΙΕΣ ΧΩΡΕΣ 2011                                      (σε   χιλιάδες βαρέλια πετρελαίου ημερησίως) 
     ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ
1 ΗΠΑ                            18.949 Σαουδική   Αραβία                  11.154
2 Κίνα                              8.924 Ρωσία                                    10.239
3 Ιαπωνία                       4.480 Βρεταννία                               10.136
4 Ινδία                             3.426 Κίνα                                         4.347
5 Σαουδική   Αραβία       2.986 Ιράν                                         4.226
6 Βραζιλία                       2.793 Καναδάς                                    3.597
7 Ρωσία                           2.725 Ηνωμένα   Αραβικά Εμιράτα   3.088
8 Γερμανία                      2.400 Μεξικό                                       2.960
9 Καναδάς                       2.289 Κουβέιτ                                     2.692
10 Νότια   Κορέα               2.230 Βραζιλία                                    2.685
11 Μεξικό                         2.133 Ιράκ                                              2.629
12 Ιράν                              2.028 Νιγηρία                                     2.554
13 Γαλλία                          1.792 Βενεζουέλα                              2.489
14 Βρεταννία                    1.608 Νορβηγία                                  2.007
15 Ιταλία                           1.454 Αλγερία                                     1.863

                                              

 

 

 

 

 

 

 


ΠΗΓΗ: EIA

(2) ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΑΝΘΡΑΚΑ ΚΑΙ ΛΙΓΝΙΤΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ 2010-2011

  coallignite production 2010-2011                     

ΠΗΓΗ: ENERDATA[8]



[1]   Wikipedia http://en.wikipedia.org/wiki/Fossil_fuel (17.5.2013)

[2]   U.S. Energy Information Administration http://www.eia.gov/forecasts/ieo/more_highlights.cfm#world (17.5.2013)

[3]   World Energy Council 2009 Assessment http://www.worldenergy.org/documents/report_final_3.pdf (20.5.2013)

[4]   World Energy Council 2011 Assessment http://www.worldenergy.org/documents/wec_2011_assessment_of_energy_and_climate_policies.pdf (σελ. 7) (20.5.2013)

[5]   World Energy Council 2011 Assessment http://www.worldenergy.org/documents/wec_2011_assessment_of_energy_and_climate_policies.pdf (σελ. 16) (20.5.2013)