Interview: How to charge firms for CO2 emissions without it costing jobs


EU BenEickhout

Ben Eickhout

General : Charging companies for CO2 emissions can be a great way of encouraging them to become cleaner, but also risks pushing them to move production to somewhere with lower environmental standards. The European Commission aims to prevent the practice known as carbon leakage by continuing to give some allowances away for free. Bas Eickhout proposed to block this decision, saying many industries can afford to pay for the allowances. The environment committee voted against his proposal on 24 September.

Source : © European Union, 2014 – EP

Charging companies for CO2 emissions can be a great way of encouraging them to become cleaner, but also risks pushing them to move production to somewhere with lower environmental standards. The European Commission aims to prevent the practice known as carbon leakage by continuing to give some allowances away for free. Bas Eickhout proposed to block this decision, saying many industries can afford to pay for the allowances. The environment committee voted against his proposal on 24 September.

Some industrial sectors in the EU are given a substantial share of their CO2 emissions allowances for free, as it is feared they would otherwise relocate if they had to pay for them. The Commission has now prepared a list of sectors at risk of relocating on the assumption of a €30 price per allowance. However, the market price today is only €5 and some say that many of the sectors listed could actually afford paying the current market price or even more for allowances without putting jobs at risk in the EU.

We discussed the situation with Mr Eickhout.

What is wrong with the Commission proposal?

Sectors that are not at all exposed to the risk of carbon leakage are now receiving free allowances.

The Commission’s methodology to identify sectors eligible for the allocation of free allowances is based on a carbon price of €30 per allowance. This price is far too high and puts sectors on the list that do not belong there.

Meanwhile in an impact assessment that was not made public, the Commission uses a price of 16.5. Under this scenario, more sectors will have to buy allowances, member states will earn about €5 billion and several CO2-intensive sectors will have an incentive to innovate.

Is there a risk that some energy-intensive sectors, if removed from this list, might relocate their businesses to other regions?

No. A recent study, which was carried out for the Commission, even questions whether carbon leakage exists at all.

Moreover, the aforementioned impact assessment also concludes that some sectors can be safely removed from the list. The list should only contain the sectors that face unfair competition, whereas it currently the list contains 96% of all industries participating in ETS (Emissions Trading System).

How could the EU make companies pay for CO2 emissions while still preserving the jobs in the Union?

First of all, the revenues can be used to lower labour taxes, which will make it attractive for companies to hire more people. Secondly, companies will have to innovate to reduce their emissions, which in turn will create green jobs.

Europarl.europa.eu

Advertisements

Γ2. Πολιτικές για την Κλιματική Αλλαγή


Οι ΗΠΑ έχουν υπογράψει αλλά δεν έχουν επικυρώσει το Πρωτόκολλο, τον Δεκέμβριο 2010 ενώ η Ιαπωνία και η Ρωσία δήλωσαν την πρόθεσή τους να μην αναλάβουν δεσμεύσεις για την δεύτερη περίοδο. Ο Καναδάς είχε δηλώσει την πρόθεσή του από το 2011 και αποσύρθηκε τον Δεκέμβριο 2012 επικαλούμενος το κόστος των δεσμεύσεων για τους πολίτες του.

Το γεγονός οτι η κατασκευή του πετρελαιαγωγού Keystone XL είναι καναδικών συμφερόντων (ιδιοκτησία της εταιρίας Trans Canada),  έχει αφετηρία την συγκεκριμένη χώρα[1], έχει ήδη προκαλέσει οικολογικές καταστροφές από διαρροές, προβλέπεται να προσθέσει 27 εκατομμύρια τόνους αερίων θερμοκηπίου ετησίως στην ατμόσφαιρα και στην επέκταση της κατασκευής του που θα καταλήγει στον κόλπο του Μεξικού αντιτίθεται ένα μεγάλο περιβαλλοντικό κίνημα στις ΗΠΑ, δεν καταγράφεται ως τυχαίο[2].

Αυτονόητο είναι οτι αντίστοιχα συμφέροντα υπαγορεύουν τις πολιτικές και άλλων κυβερνήσεων ή/και των μεγάλων εταιριών οι οποίες επιβάλλουν αυτές τις πολιτικές, όπως η Exxon, της οποίας ο διευθύνων σύμβουλος Ρεξ Τίλερσον δήλωσε το περίφημο:
«Η φιλοσοφία μου είναι να κερδίζω χρήματα. Αν μπορώ να κάνω μια γεώτρηση και να κερδίσω χρήματα, αυτό θέλω να κάνω.» (II)
ExxonCEO

 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεσμεύτηκε στην από κοινού επίτευξη των ποσοτικών στόχων της 2ης περιόδου (μείωση 20%) για τις χώρες-μέλη της και επανέλαβε στην Ντόχα την «υπό όρους προσφορά της να προχωρήσει σε μείωση 30% μέχρι το 2010 σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, με την προϋπόθεση οτι άλλες ανεπτυγμένες χώρες θα δεσμευτούν σε συγκρίσιμες μειώσεις εκπομπών και οτι οι αναπτυσσόμενες χώρες θα συμβάλλουν δεόντως σύμφωνα με τις ευθύνες και τις αντίστοιχες δυνατότητές τους.»[3]

Η δήλωση της ΕΕ συνδέεται άμεσα αφενός μεν με την μη-συμμετοχή των πιο πάνω ανεπτυγμένων χωρών στην 2η δεσμευτική περίοδο και αφετέρου με την ανάγκη αναθεώρησης της κατάταξης των κρατών σε ανεπτυγμένα και αναπτυσσόμενα η οποία συζητήθηκε έντονα στην Ντόχα, αφού είναι πλέον σαφές οτι στο χρονικό διάστημα από την υπογραφή του Πρωτοκόλλου, άλλοτε αναπτυσσόμενες χώρες, έχουν πλέον ανεπτυγμένες οικονομίες κι επιβαρύνουν με υψηλές εκπομπές αερίων.

Για τον ίδιο λόγο οι ΗΠΑ επιδιώκουν να συνδέσουν την υπόσχεση για παροχή βοήθειας 100 δις δολάρια στον τομέα των κλιματικών έργων προς αναπτυσσόμενες χώρες, με την ανάληψη υποχρέωσης από την Κίνα να περικόψει τις εκπομπές της. Επιπλέον, όσον αφορά στην επίτευξη του στόχου της μείωσης των εκπομπών κατά 17% από τα επίπεδα του 2005 μέχρι το 2020 χωρίς πολιτικό και οικονομικό κόστος, ο Μπαράκ Ομπάμα πριν την επανεκλογή του είχε δηλώσει οτι δεν θα αναλάβει καμμία δράση για την κλιματική αλλαγή η οποία δεν θα βοηθάει ταυτοχρόνως και την οικονομία[4].

Στην Ντόχα αποφασίστηκε οτι μέχρι την Διάσκεψη του Παρισιού το 2015 θα μεθοδευτεί η προετοιμασία ώστε να είναι δυνατή η υπογραφή συμφωνίας μείωσης των εκπομπών και από τις αναπτυσσόμενες χώρες και να τεθεί σε ισχύ από το 2020.[5] 

Στις χώρες του «οικονομικού νότου» της ομάδας G77 του ΟΗΕ[6] που ιδρύθηκε το 1964 και είναι ο μεγαλύτερος διακυβερνητικός οργανισμός, συμπεριλαμβάνονται εκτός από την Κίνα, χώρες όπως η Βραζιλία, η Νότιος Αφρική, η Σιγκαπούρη, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ, η Ινδία. Στα πλαίσια του Πρωτοκόλλου του Κυότο, παρότι παρουσιάζουν υψηλά ποσοστά εκπομπών, δεν αναλαμβάνουν δεσμεύσεις για μείωσή τους και ενώ έχουν ανεπτυγμένες οικονομίες, περιλαμβάνονται στις χώρες προς τις οποίες οι ανεπτυγμένες θα πρέπει να παρέχουν οικονομική βοήθεια για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Στην παγκόσμια κατάταξη του 2010 για τις εκπομπές CO2 από την κατανάλωση ενέργειας, οι πιο πάνω αναπτυσσόμενες χώρες βρίσκονται σε υψηλές θέσεις, με την Κίνα στην 1η και την Ινδία στην 3η θέση. Οι ΗΠΑ βρίσκονται στην 2η θέση, η Ρωσία στην 4η, η Ιαπωνία στην 5η και ο Καναδάς στην 9η, ενώ η ΕΕ αν και δεν αξιολογείται ως σύνολο, βρίσκεται μετά τις ΗΠΑ βάσει των εκπομπών της σε εκατομμύρια τόνους CO2 [7] .

Οι ανεπτυγμένες χώρες, στην 38η σύνοδο κορυφής G8 τον Δεκέμβριο 2012 στο Καμπ Ντέιβιντ, αφού πρώτα ασχολήθηκαν με την «σημασία της παραμονής της Ελλάδας στην ευρωζώνη σεβόμενη τις δεσμεύσεις της», στην συνέχεια και στα θέματα ενέργειας και κλιματικής αλλαγής «συμφώνησαν οτι η ανάπτυξη της διεθνούς μετάβασης σε περιβαλλοντικά ασφαλείς, βιώσιμες, διασφαλισμένες και οικονομικά προσιτές πηγές ενέργειας, είναι απαραίτητη για την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη όσο και για την συνολική προσπάθεια για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.» Μεταξύ των προτεραιοτήτων που έθεσαν ωστόσο είναι και η «ενίσχυση της ετοιμότητας σχετικά με διαταραχές του ανεφοδιασμού σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο», ενώ περιορίστηκαν σε υποσχέσεις  για μείωση των βραχύβιων αερίων θερμοκηπίου όπως το μεθάνιο, η αιθάλη και οι υδροφθοράνθρακες (Climate and Clean Air Coalition)[8].

Είναι εύλογες οι αντιδράσεις των ΗΠΑ και της ΕΕ οι οικονομίες των οποίων βασίζονται στα ορυκτά καύσιμα και τις οποίες καλούνται να αναδιοργανώσουν, έναντι των κρατών τα οποία λειτουργούν ως ανταγωνιστικές οικονομίες αλλά δεν συμμετέχουν αναλόγως στις περικοπές εκπομπών αερίων και στην διάθεση κεφαλαίων για τα ταμεία προσαρμογής και αντιμετώπισης του ΟΗΕ. Ωστόσο, η πλειοψηφία των αναπτυσσομένων χωρών, δεν είναι βιομηχανικά ούτε οικονομικά ανεπτυγμένες, δεν επιβαρύνουν με εκπομπές αερίων και παραμένουν εξαρτημένες ενεργειακά και οικονομικά.

Από την θέσπισή του, το Πρωτόκολλο του Κυότο προέβλεπε, εκτός από τις δεσμεύσεις των Μελών για μείωση των εκπομπών τους σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, τις επενδύσεις στην προσαρμογή των υποδομών και την υιοθέτηση τεχνολογιών που να συνάδουν με τον περιορισμό της κλιματικής αλλαγής στο σύνολό της. Στα πλαίσια προγραμμάτων Μηχανισμών Καθαρής Ανάπτυξης (CDM), έθετε επίσης τους όρους για την παροχή σε αναπτυσσόμενες χώρες τεχνολογιών που να υποστηρίζουν την μείωση των εκπομπών τους, όπως αιολικά πάρκα και ηλιακούς συλλέκτες και την προστασία τους από μετεωρολογικά φαινόμενα, με αντάλλαγμα την απόκτηση από την ανεπτυγμένη χώρα που εμπλέκεται, Πιστοποιημένων Μειώσεων Εκπομπών (CER)[9], επιπλέον των ETS. Μια μονάδα CER ισούται με την μείωση εκπομπών ενός τόνου CO2.

Το πλαίσιο και η λογική της πρωτοβουλίας, βασίζεται στην ευθύνη που έχουν οι βιομηχανοποιημένες χώρες ως «δημιουργοί» του κλιματικού προβλήματος και παράλληλα λαμβάνει υπ’ όψιν τις οικονομικές τους δυνατότητες και την σχέση κόστους-κέρδους για όλες ανεξαιρέτως τις χώρες -ανεπτυγμένες ή αναπτυσσόμενες.

Με λιγότερο επίσημους όρους, οι ανεπτυγμένες χώρες μπορούν και δεσμεύονται να παράσχουν υποστήριξη σε τεχνολογία και τεχνογνωσία στις αναπτυσσόμενες, με απώτερο σκοπό την απόκτηση δικαιωμάτων εκπομπών αερίων ώστε να μην υποχρεωθούν να μεταβάλουν τις βιομηχανικές διαδικασίες τους. Η απόκτηση CER καταγράφεται στους στόχους των δεσμεύσεών τους ως μείωση των εκπομπών για τις ίδιες, οι αναπτυσσόμενες χώρες αποκτούν «καθαρές» τεχνολογίες και παραμένουν δυνητικές αγορές των βιομηχανικών προϊόντων, συνεχίζεται απρόσκοπτα η βιομηχανική παραγωγή και οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κι επιπλέον, τα δικαιώματα CER και ETS αποτελούν εμπορεύσιμο προϊόν στις διεθνείς αγορές.

Στην πορεία του, το σύστημα εμπορίας των δικαιωμάτων, έχει θεωρηθεί οτι κάθε άλλο παρά εξυπηρετεί τους σκοπούς για τους οποίους θεσπίστηκε, δηλαδή την μείωση των εκπομπών, την μετάβαση σε περιβαλλοντικά φιλικές τεχνολογίες και την σταθεροποίηση της κλιματικής αλλαγής[10]. Στην πραγματικότητα, ο όγκος των εκπομπών αυξάνεται με την απόκτηση από τις ανεπτυγμένες χώρες νέων δικαιωμάτων, άποψη που δεν φαίνεται να συμμερίζεται η UNFCCC στην σχετική έκθεση όπου διαπιστώνει ισχυρή ανάπτυξη του μηχανισμού CDM[11] λαμβάνοντας υπ’ όψιν τον υψηλό αριθμό των προγραμμάτων που έχουν καταχωρηθεί και μέσω των οποίων παρασχέθηκε ένα δισεκατομμύριο CER το οποίο βεβαίως μεταφράζεται σε αντίστοιχους τόνους CO2 οι οποίοι θα επιβαρύνουν την ατμόσφαιρα. (ΙΙΙ Παράρτημα)

Λόγω δε της υπερπροσφοράς CER στις διεθνείς αγορές μετά την μείωση παραγωγής εξαιτίας της οικονομικής κρίσης η οποία δημιούργησε περίσσεια ιδιαίτερα στην ΕΕ, θεωρήθηκαν και οικονομικά αναποτελεσματικά[12]. Η αγοραπωλησία τους δεν αποφέρει οικονομικό κέρδος, άρα οι εταιρίες δεν έχουν όφελος από την περικοπή των εκπομπών τους.

Ο συγκεκριμένος μηχανισμός, όπως και άλλοι, μπορεί να κριθεί εκ του αποτελέσματος, που είναι η συγκέντρωση CO2 στην ατμόσφαιρα του πλανήτη, η οποία έφθασε στην πρωτοφανή για την ιστορία της ανθρωπότητας συγκέντρωση των 400 σωματιδίων ανά εκατομμύριο στις 10 Μαΐου 2013, όπως έχουμε ήδη αναφέρει.

Η μείωση των εκπομπών CO2, η κλιματική αλλαγή, το αβέβαιο μέλλον του πλανήτη και το κόστος σε ανθρώπινες ζωές, αποτελούν μέριμνα των πολιτικών και των εταιριών, εάν και εφόσον αποφέρουν κέρδη. Η ανάγκη όμως για ουσιαστικές αποφάσεις γίνεται επείγουσα και πιθανόν γι’ αυτό η Διακυβερνητική Επιτροπή (IPCC) πλέον, αντί της αξιολόγησης των δεσμεύσεων που είχαν αναλάβει οι χώρες, θα αξιολογήσει τις διεθνείς πολιτικές για την κλιματική αλλαγή σε επιστημονικό, τεχνικό και κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο[13].

Είναι πλέον γνωστό οτι αρκετές αναπτυσσόμενες χώρες, μεταξύ των οποίων η Ινδία, η Κίνα και η Βραζιλία, έχουν αυξήσει τις εκπομπές τους ως αποτέλεσμα της ζήτησης των προϊόντων τους από τις ανεπτυγμένες χώρες, οι οποίες μέσω των εισαγωγών περιορίζουν τις δικές τους εμπομπές CO2[14], όπως θα δούμε και στην συνέχεια.

Οι σκοπιμότητες είναι οικονομικές και οι αποφάσεις πολιτικές, στο μεταξύ όμως, η Γη και η ζωή πάνω σε αυτήν απειλούνται από την υπερθέρμανση και την κλιματική αλλαγή.

 


 

[6] The Group of 77 at the United Nations http://www.g77.org/doc/members.html (11.5.2013)

[12]  Thomson Reuters Point Carbon http://www.pointcarbon.com/news/1.2098417 (14.5.2013)

Γ1. Πρωτόκολλο του Κυότο


Το 1992 στο Ρίο ντε Τζανέιρο, η διεθνής συνθήκη Συμφωνία Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (UNFCCC) στην Διάσκεψη της Γης όπως ονομάστηκε, αναγνώρισε την ανάγκη να ληφθούν αποφάσεις και να υπάρξει συμφωνία για δέσμευση των κρατών προκειμένου να «σταθεροποιηθούν οι συγκεντρώσεις αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα σε ένα επίπεδο που θα μπορεί να αποτρέψει την επικίνδυνη ανθρώπινη επέμβαση στο κλιματικό σύστημα».[1]

Ως αποτέλεσμα αυτών των αποφάσεων, το 1997 στο Κυότο, Ιαπωνία, υπογράφηκε η διεθνής συμφωνία Πρωτόκολλο του Κυότο η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 16.2.2005.

Στις ετήσιες Διασκέψεις των Μελών (COP), αποφασίζονται οι όροι υλοποίησης των στόχων του Πρωτοκόλλου του Κυότο και εξετάζονται θέματα όπως η πρόοδος που έχει σημειωθεί, οι καθυστερήσεις στην επίτευξη των στόχων, ενώ γίνονται διαπραγματεύσεις και προσπάθειες να δεσμευτούν και βέβαια να συμμορφωθούν στις δεσμεύσεις τους όσο το δυνατόν περισσότερες χώρες.

Κοινή παραδοχή αποτελεί οτι οι ανεπτυγμένες χώρες είναι οι κύριοι υπεύθυνοι για τα υπάρχοντα υψηλά επίπεδα εκπομπών αερίων θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα, ως αποτέλεσμα βιομηχανικής δραστηριότητας για περισσότερα από 150 χρόνια και ως εκ τούτου το Πρωτόκολλο επιδιώκει να δεσμευθούν για την μείωση των εκπομπών τους πρωτίστως οι ανεπτυγμένες χώρες, βάσει της αρχής «κοινές αλλά διαφοροποιημένες ευθύνες.»[2]

Η Ελλάδα περιλαμβάνεται στις 37 χώρες του Παραρτήματος Ι[3] του ΟΗΕ, που πρώτες προσυπέγραψαν το Πρωτόκολλο του Κυότο και στο Παράρτημα ΙΙ ως μέλος της ΕΕ.

 Το Πρωτόκολλο θεωρεί «έτος βάσης» το 1990 για τον υπολογισμό της υποχρέωσης των χωρών για μείωση των εκπομπών αερίων, δηλαδή τα ποσοστά μείωσης υπολογίζονται με βάση τις εκπομπές κάθε χώρας το 1990.

Τα Μέλη, υποχρεούνται στην περιοδική κατάθεση εκθέσεων όπου παρουσιάζεται το νομικό πλαίσιο, οι μετρήσεις εκπομπών και τα αποτελέσματα των θεσμικών δράσεών τους προς την μείωση των εκπομπών και την επίτευξη των στόχων για τους οποίους έχουν δεσμευθεί.

Επίσης τίθενται δεσμευτικές περίοδοι, μετά από τις οποίες γίνεται αξιολόγηση της προόδου και επαναπροσδιορισμός των ποσοστών. Η πρώτη περίοδος άρχισε το 2008 και έληξε το 2012. Ο στόχος της Ελλάδας για την 1η περίοδο, ήταν η μείωση κατά 8% από το έτος βάσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που προέρχονται από την ενέργεια, τις βιομηχανικές δραστηριότητες, την χρήση διαλυτών και άλλων προϊόντων, τις καλλιέργειες και τους τομείς των αποβλήτων[4], τις οποίες αύξησε,  ενώ ως μέλος της ΕΕ δεσμεύτηκε να περιορίσει την αύξηση των εκπομπών της κατά 25% από το έτος βάσης, δηλαδή διαφορετικός τρόπος υπολογισμού, τον οποίο πέτυχε*.

Για την απλούστευση των μετρήσεων των αερίων θερμοκηπίου, χρησιμοποιούνται οι μονάδες ισοδύναμου CO2 (CO2eq) οι οποίες αντιπροσωπεύουν την συγκέντρωση CO2 που θα προκαλούσε το ίδιο επίπεδο κατακράτησης ακτινοβολίας στην ατμόσφαιρα με το συγκεκριμένο αέριο θερμοκηπίου[5].

Η αποδιδόμενη μετρική μονάδα (AAU) είναι μια εμπορεύσιμη «μονάδα του Κυότο» και αντιπροσωπεύει το περιθώριο να εκπέμπει μια χώρα έναν τόνο ισοδυνάμου διοξειδίου του άνθρακα. Οι AAU δημιουργήθηκαν (εκδόθηκαν) μέχρι το επίπεδο του αρχικού αποδιδόμενου ποσού κάθε Μέλους, το οποίο για την Ελλάδα είναι 668.669.806 τόνοι. (IV Παράρτημα)

image002

(IV) ΠΗΓΗ: UNFCCC Assigned Amounts


 

 

Οι Συμφωνίες του Κανκούν, Μεξικό του 2010, καθόρισαν επίσης οτι η μελλοντική υπερθέρμανση θα πρέπει να περιοριστεί σε λιγότερους από 2°C σε σχέση με τα προ-βιομηχανικά επίπεδα. 

 

                     Ποσοτικός στόχος περιορισμού ή μείωσης εκπομπών
(όπως περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Β του Πρωτοκόλλου του Κυότο)

 
    Μέλη Παραρτήματος Ι α                                                                         Περιορισμός ή μείωση
.                                                                                                                       εκπομπών
.                                                                                                                       σε σχέση με τις
.                                                                                                                      
συνολικές εκπομπές
.                                                                                                                       κατά
 το έτος βάσης
.                                                                                                                       (1990)
.                                                                                                                       ή για την περίοδο που
.                                                                                                                       εγγράφεται
.                                                                                                                       στο Παράρτημα Β

.                                                                                                                       του Πρωτοκόλλου β

Αυστρία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Τσεχία, Δανία, Εσθονία, ΕΕ,
Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ιταλία,
Λετονία, Λιχτενστάιν, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Μονακό,
Ολλανδία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σλοβακία, Σλοβενία,
Ισπανία, Σουηδία, Ελβετία, Μεγάλη Βρεταννία και Βόρεια Ιρλανδία                        -8%

ΗΠΑ γ                                                                                                                            -7%

Καναδάς, Ουγγαρία, Ιαπωνία, Πολωνία                                                                     -6%

Κροατία                                                                                                                         -5%

Νέα Ζηλανδία, Ρωσία, Ουκρανία                                                                                 0

Νορβηγία                                                                                                                     +1%

Αυστραλία                                                                                                                   +8%

Ισλανδία                                                                                                                      +10%

           

α Κατά την έκδοση του παρόντος, η τροποποίηση του Πρωτοκόλλου του Κυότο που περιέχει στόχο εκπομπών για την Λευκορωσία (-8%) δεν επικυρώθηκε από επαρκή αριθμό Μελών ώστε να τεθεί σε ισχύ.
β Χώρες με οικονομίες σε μεταβατική φάση, έχουν ευελιξία στην επιλογή του έτους βάσης.
γ Χώρα η οποία έχει δηλώσει πρόθεση να μην επικυρώσει το Πρωτόκολλο.

ΠΗΓΗ: Kyoto Protocol Reference Manual

  

Οι μηχανισμοί του Κυότο

Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο, οι χώρες πρέπει να πετύχουν τους στόχους τους, κυρίως μέσω εθνικών μέτρων. Ωστόσο το Πρωτόκολλο έχει θεσπίσει κάποια πρόσθετα μέσα για την επίτευξη των στόχων με τρεις μηχανισμούς που βασίζονται στην εμπορία, την ανταλλαγή και την από κοινού εφαρμογή των δεσμεύσεων.

 Οι μηχανισμοί είναι:

  • Διεθνές Εμπόριο Εκπομπών Αερίων (ETS)[6]

Το εμπόριο εκπομπών, επιτρέπει στις χώρες που διαθέτουν μονάδες εκπομπών, δηλαδή μονάδες AAU που τους έχουν εκχωρηθεί αλλά δεν έχουν χρησιμοποιήσει, να πουλήσουν την πλεονάζουσα ποσότητα σε χώρες που έχουν υπερβεί στους στόχους τους. Οι AAU αποτελούν εμπόρευμα με την μορφή μείωσης ή  απορρόφησης εκπομπών. Με δεδομένο οτι το CO2 είναι το κυριότερο αέριο θερμοκηπίου, η έκφραση περιορίζεται στο εμπόριο άνθρακα. Ο άνθρακας παρακολουθείται και αποτελεί αντικείμενο εμπορίου, όπως οποιοδήποτε άλλο προϊόν. Το κύκλωμα αυτό ονομάζεται «αγορά του άνθρακα».

 

  • Μηχανισμός Καθαρής Ανάπτυξης (CDM)[7]

Ο Μηχανισμός Καθαρής Ανάπτυξης (CDM), επιτρέπει σε χώρα Μέλος, υπό την δέσμευση μείωσης ή περιορισμού εκπομπών, να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα μείωσης εκπομπών σε αναπτυσσόμενες χώρες. Αυτά τα προγράμματα, μπορούν να αποδώσουν εμπορεύσιμες πιστοποιημένες μονάδες μείωσης εμπομπών (CER), ισοδύναμη με έναν τόνο CO2, ο οποίος μπορεί να προσμετρηθεί στην επίτευξη των στόχων του Πρωτοκόλλου. Δηλαδή, μια χώρα που έχει την οικονομική δυνατότητα, επενδύει σε έργα που θα μειώσουν τις εκπομπές σε άλλη χώρα. Ο CDM μπορεί να περιλαμβάνει για παράδειγμα την αγροτική ηλεκτροδότηση με την χρήση ηλιακών συλλεκτών ή την εγκατάσταση περισσότερο αποδοτικών ενεργειακά λεβήτων. Ο CDM είναι η κύρια πηγή εσόδων του Ταμείου Προσαρμογής[8] του UNFCCC, το οποίο ιδρύθηκε για να χρηματοδοτεί προγράμματα προσαρμογής στις αναπτυσσόμενες χώρες Μέλη οι οποίες είναι ιδιαίτερα ευάλωτες στα δυσμενή αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής. Το Ταμείο Προσαρμογής χρηματοδοτείται από την εισφορά 2% από τις Μονάδες Μείωσης Εκπομπών (CERs) που εκδίδονται από τον Μηχανισμό Καθαρής Ανάπτυξης (CDM)[9].

  • Κοινή Εφαρμογή (JI)[10]

Ο μηχανισμός που είναι γνωστός ως «κοινή εφαρμογή», επιτρέπει σε χώρα με δέσμευση μείωσης ή περιορισμού εκπομπών (μέλος του Παραρτήματος Β) να κερδίσει μονάδες μείωσης εκπομπών (ERU) από ένα πρόγραμμα μείωσης ή απομάκρυνσης εκπομπών σε ένα άλλο μέλος του Παραρτήματος Β. Κάθε μονάδα ισούται με έναν τόνο CO2, ο οποίος προσμετράται στην επίτευξη του στόχου σύμφωνα με το Πρωτόκολλο.

Η Κοινή Εφαρμογή προσφέρει στα Μέλη μέσα επίτευξης μέρους των δεσμεύσεών τους, ενώ το Μέλος στο οποίο εφαρμόζεται το πρόγραμμα επωφελείται από ξένη επένδυση και μεταφορά τεχνολογίας.

Στην 8η Διάσκεψη της Ντόχα, Κατάρ στις 8.12.2012, συμφωνήθηκε η «Τροποποίηση της Ντόχα, του Πρωτοκόλλου του Κυότο»[11]. Η τροποποίηση[12], η οποία δεν έχει τεθεί ακόμα σε ισχύ (μέχρι 10.5.2013), περιλαμβάνει μεταξύ άλλων:

  • Νέες δεσμεύσεις για όσα Συμβαλλόμενα Μέρη του Παραρτήματος Ι, συμφώνησαν να αναλάβουν δεσμεύσεις για την δεύτερη περίοδο 1.1.2013-31.12.2020 και θα επανεξετάσουν τους ποσοτικούς στόχους και την πρόοδό τους προς αυτή την κατεύθυνση μέχρι το 2014.
  • Αναθεωρημένη λίστα αερίων θερμοκηπίου (GHG) που πρέπει να υποβληθεί από τα Συμβαλλόμενα Μέρη στην δεύτερη δεσμευτική περίοδο (προστίθεται στο εξής το Τριφθοριούχο Άζωτο NF3 το οποίο είναι 17.000 φορές ισχυρότερος δεσμευτής θερμότητας και χρησιμοποιείται στην κατασκευή οθονών LCD, κυκλωμάτων Η/Υ και ενός είδους ηλιακών κυψελών, δηλαδή συσσωρευτών ηλιακής ενέργειας)[13] και
  • Τροποποιήσεις σε διάφορα άρθρα του Πρωτοκόλλου του Κυότο, τα οποία αναφέρονται συγκεκριμένα σε θέματα που αφορούν στην πρώτη περίοδο και τα οποία χρειάζονται αναβάθμιση για την δεύτερη δεσμευτική περίοδο.[14]